Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2007

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2007

ΕΙΣ ΥΓΕΙΑΝ ΒΡΕ ΠΑΙΔΙΑ

ΩΔΗ Σ΄ΕΝΑ ΧΑΜΕΝΟ ΕΡΩΤΑ -ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ




'Αγγελος Σικελιανός: Λευκαδίτης Μεγάλος Βάρδος...




Βιογραφικό

Γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 15 Μάρτη 1884, από πατέρα Κεφαλονίτη, δάσκαλο της γαλλικής (Γιαννάκης ο "Σιτσιλιάνος") και μητέρα πανέμορφη και μορφωμένη (Χαρίκλεια), Ηπειρωτικής καταγωγής. Συγγένευε επίσης και με τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Από μαθητής ακόμα του Γυμνασίου έγραφε στίχους και μάλιστα μ' αρκετά καλή ποιητική και τεχνική συγκρότηση. Ο γάμος του με την Εύα Πάλμερ έδωσε τεράστιον "αέρα" στη μετέπειτα ζωή και καριέρα του, γιατί εκείνη υπήρξε σοβαρή, αγαπημένη, αφοσιωμένη σύζυγος και μούσα του, αλλά και χρηματοδότις στις δύσκολες στιγμές.
Γύρω στο 1909 έδωσε μια σειρά διαλέξεων που ήτανε λαμπρές και σχολιάστηκαν ευνοϊκά απ' όλους τους καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής. Το ζεύγος, λόγω της έμφυτης φυσιολατρείας του, έμεινε κατά καιρούς σε διάφορα μέρη, όπως: Λευκάδα, Συκιά Κορινθίας, Σαλαμίνα, Κηφισιά και Δελφούς. Ο θάνατός του στις 19 Ιούνη 1951, σ' ηλικία 67 ετών.


Ωδή Σ' Ένα Χαμένον Έρωτα

Ένας χλωμός ήλιος εφάνηκες
και σκόρπισες θαμπήν αυγή
ανάμεσα απ' τ' αχνά σύννεφα
που το κορμάκι σου είχε βγει.

Τα φτερουγάκια σου ανασήκωσες,
τ' αλαφροκίνησες λευκά,
σα για να διώξεις κάποιον όνειρο
κι έπειτα πάνω τους γλυκά

τα ολόξανθα μαλλάκια ακούμπησες.
Μα πριν αρχίσει να φυσά,
απ' τα ματάκια σου όπως τα 'κλεισες
η πρώτη στάλαξε δροσιά.

Κι όπως τα σύννεφα σε ζώσανε
πυκνά, με αργότατη σιωπή
εχάθηκες τη πρώτη χύνοντας
με το φτερούγισμα, αστραπή.

Α ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ ΤΟ ΛΗΞΟΥΡΙ


Το Ληξούρι
1936 αφιέρωση

Όντις 'μπορή ένας σ' όλους να χαρίζη
Και στον ίδιο καιρό να μην τους δίνη,
ήθελ' είναι κακία να ξεχωρίζη
Ένανε, και τους άλλους ναν τσ' αφίνη.

Έτσι και τη Λαμπρή ο παπάςμας στήνει
Τη λαμπάδατου σ' όποιον την ορίζει
Γιατί, όσο κι αν ανάβουνε από 'κείνη,
Τίποτα του παπά δεν του στοιχίζει.

Που αν ήτανε να χάνη οχ τη λαμπάδα
Τρείς τέσσαρες σταξούλες, δύο, μία,
Τότε ναίσκε ήθελ' είναι φρονημάδα
Να βαλθή κι ο παπάς σε οικονομία.
Και πλέον οχ τη λαμπάδα του παπά
Να μην ανάβη πάρι η παπαδιά.

Έτσι κι εγώ μ' αυτό το ποιηματάκι
Οπού τώρα τυπώνω,
Μικρό, χαροποιό κι αλαφρουλάκι,
Σ' όλουςσας τ' αφιερώνω.
Και δίνω το δικαίωμα στον καθένα,
Εις σε λιγολογία,
Να'πή: "Τούτο αφιερώθηκε σ' εμένα."
Κι ας το χαρή με υγεία.

Ξεκαθαρίζω ακόμη,
Και τούτο με την άδεια του Δεσπότη,
Και με στέρεάμου γνώμη,
Πως ακούω, διορίζω και θέλω, ότι,
Καλόγηροι, παπάδες,
'Παντρεμένες, ανύπαντρες κοπέλες,
Καλόγρηες, ασκητάδες,
Νηές ώμορφες, και γρηές με σοτανέλες,
Όλοι, για 'πινομή μου,
Νάχουνε μέρος στην αφιέρωσήμου.

ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ


Σταυρός του Νότου
στο Γιώργο Θεοτοκά

Εβραζε το κύμα του γαρμπή.
Ημαστε σκυφτοί κι οι δυό στο χάρτη,
γύρισες και μού 'πες πως το Μάρτη
σ' άλλους παραλλήλους θα 'χεις μπει.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μιά κρίση μαύρου πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.

Το Αλφα του Κενταύρου μιά νυχτιά
με το παλινώριο πήρα κάτου.
Μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου:
"Να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά".

Αλλοτε απ' τον ίδιο ουρανό
έπαιρνες, τρεις μήνες στην αράδα,
με του καπετάνιου τη μιγάδα,
μάθημα πορείας νυχτερινό.

Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι, δυό σελλίνια,
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
Τα φανάρια πιά δεν τα θυμάσαι
και τ' ωραίο γλυκό της Κυριακής.

τοπωνύμια:
Nossi Be: νησάκι στη Μαδαγασκάρη (Ινδικός Ωκεανός

Κ Καβαφη-Aπολείπειν ο θεός Aντώνιον


Aπολείπειν ο θεός Aντώνιον

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2007

ηταν γενναιο παιδι


Δεν εκλαψαν.
Γιατι να κλάψουν?
Ηταν γενναιο παιδί!



(Ο ΕΛΥΤΗΣ)

στον πατερα μου



«Εις ένα μνήμ’ αγνώριστον μικρού κοιμητηρίου
Δεν θέλω να το βλέπουν ακτίνες του ηλίου .
Μηδέ κυπάρισσος σκαιά, μηδ’ απεχθής ιτέα,
Να το σκιάζη. Καταιγίς ας το κτυπά βιαία!
Και δεν θέλω θυμίαμα, δεν θέλω ψαλμωδίαν.
Να έλθης μόνον σε ζητώ, μίαν θαμβήν πρωίαν,
Να βρέξης μ’ ένα δάκρυ σου το διψασμένο χώμα
Κι ας σβήση με το δάκρυ σου και τ’ όνομά μου ακόμα»

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ-ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Ενθάδε κείνται τα οστά του δικαστή Σκουτέρη
που επληρωνόταν κι απτα δυό τα μέρη
Γιατί - εις αποφυγήν παντοίου μώμου -
ήθελε ισότητα έναντι του Νόμου


ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ