Πέμπτη, 19 Απριλίου 2007

ποιος ειναι κουρλος

Με ρωτάνε ποιος είναι "κουρλός" και τι διαφερει ο κουρλός απο τον τρελλο.
Αλλο πραγμα το ενα κσι αλλο το αλλο :
>Ο τρελλος< είναι αρμοδιότητος ψυχιατρου ,δηλαδή είναι ενας ανθρωπος αρρωστος που χρειάζεται ιατρική φροντίδα και συμπαράσταση.
Ο κουρλός είναι:(τίτλος τιμής)
α) Κεφαλωνίτης
β) είναι αρμοδιότητος του Αγίου Γερασίμου δηλαδή χρείζει βοηθείας απο τον Προστατη του νησιου (ΓΙΑΥΤΟ εμείς οι παλιοι καθε χρόνπ στη νυχτα 15/16 Αυγούστου πάμε στη Χαρη του να ψαλλουμε τα εγκωμια Του και να παρουμε δυναμη να μην χειροτερέψουμε περισσότερο)
γ)είναι "αρπαγμένος"συνεχώς και μονίμως δ)δεν βαζει κανένανε αξιο να τονε κουμαντάρει,
ε)εχει μονομανή ταση να παει σπίτι του, δηλαδή στη ΚΕΦΑΛΩΝΙΑ
στ)κοιτα μην του φας φραγκο, σ' εφαγε
ΥΓ Ενας φίλος μου αθεος ,φωναζε για την διατηρηση του χώρου του Μοναστηριου του Αγιου όπως είναι σήμερα ,χωρίς παρεμβάσεις ,τοτε ενας παπάς που τον ακουσε του λεει "ορε αφέντη ,τι φωνάζεις ενω δεν πιστεύεις στον Αγιο " και ο αλλος απαντα "παπά δεν πιστεύω ,αλλα είναι δικος μας και νοιάζομαι να μην γίνει το σπιτι του ,σαν το σπίτι του καραγκιόζη"

Τρίτη, 17 Απριλίου 2007

Η Zωγραφιά μου Σουρής Γεώργιος

Η Zωγραφιά μου Σουρής Γεώργιος

Mπόι δυο πήχες,
κόψη κακή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκεί.

Kούτελο θείο,
λίγο πλατύ,
τρανό σημείο
του ποιητή.

Δυο μάτια μαύρα
χωρίς κακία
γεμάτα λαύρα
μα και βλακεία.

Mακρύ ρουθούνι
πολύ σχιστό,
κι ένα πηγούνι
σαν το Xριστό.

Πηγάδι στόμα,
μαλλιά χυτά
γεμίζεις στρώμα
μόνο μ' αυτά.

Mούρη αγρία
και ζαρωμένη,
χλωμή και κρύα
σαν πεθαμένη.

Kανένα χρώμα
δεν της ταιριάζει
και τώρ' ακόμα
βαφές αλλάζει.

Δόντια φαφούτη
όλο σχισμάδες,
ύφος τσιφούτη
για μαστραπάδες.

Ο ΚΕΦΑΛΩΝΙΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ

Α)ΣτΟ ΛΕΙΞΟΎΡΙ .οταν τον ειχανε αφορέσει στη ονομαστικη γιορτή του, ένας γείτονάς του για να τον ειρωνευτεί του έστειλε με την υπηρέτριά του ως δώρο ένα καλάθι γεμάτο κέρατα που πάνω είχε ενα σημείωμα "ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΦΕΝΤΗ". Βλέποντας αυτό ο Λασκαράτος βγαίνει έξω στον κήπο του και κόβει τα ΚΟΚΚΙΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ και τα βάζει μέσα στο ίδιο καλαθώνι(μικρο καλάθι) με την επιγραφή " Ότι διαθέτει ο καθένας δίνει " και τα δίνει στην υπηρέτρια λέγοντας: "Δώσε αυτά κυρά μου στον αφέντη σου".
β)Όταν ο επίσκοπος(ο δεσπότης Κεφαλωνιάς) τον αφόρισε, κάποιος πήγε να τον επισκεφθεί για να του το αναγγείλει "Τα έμαθες σιορ-Ανδρέα, ο δεσπότης ψυχουλα μου σε αφόρισε" και τότε ο Λασκαράτος του απαντά: "Παρε αφεντη τα παπούτσια μου και δωστα του αφεντη του δεσπότη να τ' αφορισει και εφκείνα για να μη λιώσουνε οι σόλες και να πλερωνω σιολες ".

Κυριακή, 15 Απριλίου 2007

Γ ΣΟΥΡΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1896 μέσα από τις σελίδες του "Ρωμηού"
Ο σατιρικός ποιητής Γεώργιος Σουρής δεν απέβλεπε στην υστεροφημία. Τρομερά εύκολος στο γράψιμο, επί 35 συναπτά χρόνια (από το 1883 έως το 1918) έγραφε μόνος του κάθε βδομάδα την τετρασέλιδη εφημερίδα του Ο Ρωμηός, η οποία, όσο κι αν ακούγεται απίθανο σήμερα, ήταν ολόκληρη έμμετρη, από τον τίτλο της (Ο Ρωμηός, εφημερίς - που την γράφει ο Σουρής) μέχρι τις μικρές αγγελίες της!

Στις σελίδες του Ρωμηού σχολιάζεται εύθυμα όλη η ιστορία αυτών των 35 χρόνων. Αυτό που εντυπωσιάζει τον σημερινό αναγνώστη, πέρα από την αβίαστη ροή του στίχου του Σουρή, είναι το πόσο λίγο έχουν αλλάξει ορισμένες καταστάσεις και χαρακτηριστικά των Ελλήνων.

Ας δούμε λοιπόν, πώς περιέγραψε ο Σουρής στο Ρωμηό τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896.




Η ανάθεση

Βρισκόμαστε στα τέλη του 1894, ένα χρόνο μετά το "Δυστυχώς επτωχεύσαμεν". Παρά τη σταθερή κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, η κυβέρνηση Τρικούπη είναι αναγκασμένη να επιβάλει επαχθείς φόρους για να αντεπεξέλθει στην υπερχρέωση της χώρας. Στο φύλλο 486 του Ρωμηού (12 Νοεμβρίου 1894), ο Φασουλής και ο Περικλέτος, φιγούρες από το κουκλοθέατρο και μόνιμοι ήρωες του Ρωμηού, σχολιάζουν το μέγα θέμα της επικαιρότητας, την απόφαση για τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 στην Ελλάδα.

-- Θάρρος, καημένε Περικλή, κι η μέρα ξημερώνει
που θα ξυπνήσουν την ηχώ των λόφων των ερήμων
παιάνες νέων αθλητών και παλαιστών αλκίμων,
από παντού της ράτσας μας θα φθάσουν θιασώται,
προσπάθησε δε, Περικλή, να ζήσης έως τότε
κι όλων των ζώων τους ορούς να πίνεις μονορούφι,
αλλιώς καθένας θα σε πει μισέλληνα μαγκούφη,
που βρήκες την περίσταση για να τα κακαρώσεις
πριν των ιοστεφάνων μας τις φέστες καμαρώσεις.


-- Θα κάνω κούρα, Φασουλή, μη στάξει και μη βρέξει
για να προφθάσω ζωντανός το ενενηνταέξη


-- Ηλθε κι ο φίλος Κουβερτέν, ο Γάλλος ο Βαρόνος,
και στου Συλλόγου "Παρνασσού" εφώναξε το βήμα
πως την Ελλάδ' αθάνατος την περιμένει χρόνος
κι οι δόξες θάβγουν οι παλιές μέσ' από κάθε μνήμα.
Κι εγώ που λες εστάθηκα στον ρήτορα καρσί
κι αυτός μιλούσε, μάτια μου, τα Γαλλικά φαρσί,
κι εγώ που το κατάφερα να μην τον καταλάβω
εφώναξα με τους λοιπούς "Βαρόνε, μπράβο μπράβο",
και λόγ' ηκούσθησαν θερμοί στομάχων κεχηνότων
κι όλοι τον χειροκρότησαν οι Μαραθωνομάχοι,
για νάναι δε, βρε Περικλή, φιλέλλην εκ των πρώτων
Ελληνικά χρεώγραφα πιστεύω πως δεν θάχη.
(…)
Και μη νομίζης Περικλή, πως μπόλικον Αργύρη
προθύμως θα ξοδέψωμε γι' αυτό το πανηγύρι.
Για τους αγώνες μηδεμιά δεν θα γενή θυσία,
με χρήματα την δόξα των δεν θα την κηλιδώσωμε,
και τούτους θα τους βγάλωμε εις την δημοπρασία
κι όποιος τους πάρει πιο φτηνά σ' εκείνον θα τους δώσωμε.
Η μεν Ελλάς το Στάδιον προσφέρει των προγόνων
κι ας δώσουν άλλοι τον παρά προς πέρας των αγώνων.


και ο Σουρής φαντάζεται τους αγώνες:

πάλιν ο Λόρδος προχωρεί εκ μέσου των ομίλων
κι όπως ο περιβόητος Κροτωνιάτης Μίλων
φορτώνεται τους δανειστάς αντί βωδιών στον ώμο
κι αμέσως παίρνει δρόμο
και τρεις φορές το Στάδιον με τούτους φέρνει γύρα
κι όλοι φωνάζουν "ελελεύ, αθάνατε Σωτήρα"
(…)
Αλλ' όμως και μουφλούζηδες κοιτάζω λεγεώνας
που παίζουν Καραϊσκο,
να βγαίνουν πρώτοι νικηταί εις όλους τους αγώνας
προπάντων δε στον Δίσκο.
(…)
Αλλ' όμως και κολυμβητών παράποτε σπανίων
κατέρχεται φουσάτο,
ο δε Τρικούπης κολυμπά εις πέλαγος δανείων
χωρίς να βρίσκει πάτο.


Οικονομικά προβλήματα

Οσο κι αν η διοργάνωση εκείνων των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων ήταν σπαρτιατική σε σύγκριση με τον σημερινό γιγαντισμό, το οικονομικό κόστος ήταν υπερβολικό για την ελληνική οικονομία. Μια λύση (που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα!) αποτελούσαν οι ευεργέτες. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος απευθύνει επιστολή στον Αβέρωφ, ο οποίος προσφέρεται να καλύψει τα έξοδα για την επιμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου, και ο Φασουλής του Σουρή σατιρίζει στο φύλλο 507 του Ρωμηού (8 Απριλίου 1895).

Προς τον Αβέρωφ επιστολή
του κακομοίρη του Φασουλή

Αμάν, Αβέρωφ, σώσε μας και βοηθός γενού
να κουτουλήσ' η δόξα μας με τ'άστρα τ' ουρανού
κι όταν κοτζάμ Διάδοχος σου γράφη κοπλιμέντα
κι όλος Υμέτερος προς σε δια παντός πως μένει,
άνοιξε το κεμέρι σου χωρίς πολλή κουβέντα
κι ας είναι κάθε λέξις του ακριβοπληρωμένη.


Του κράτους την υπόληψιν θέλεις δεν θέλεις, σώσε,
αν δε και γράμμα δεύτερον σου στείλουν ως το πρώτον,
ας πάει το παλιάμπελο κι ό,τι κι αν έχεις δώσε
προς χάριν των Αγώνων μας και της μητρός των φώτων.


Κι αν των Αγώνων η πομπή και σε χρεωκοπήσει
αλλ' όμως μυριόστομος, Αβέρωφ, θα σαλπίσει
κι εις Δύσιν κι εις Ανατολήν η φήμη τ' όνομά σου
και θα καυχάσαι διαρκώς για το κατόρθωμά σου.


Κι αν καταντήσεις να μας λες με τον ντορβά στον ώμο
"δώστε στον ευεργέτη σας δυο ψίχουλα ψωμιού"
αλλ' όμως θα σε δείχνωμε μ' ευλάβεια στον δρόμο
κι έτσι το στόμα θα μιλεί του καθενός Ρωμηού:
"Βλέπεις αυτόν τον φουκαρά, που με ντορβά γυρίζει
και κρυφομουρμουρίζει
για την κακή κατάντια του και τον πικρό καημό του;…
Κροίσος ελέγετο ποτέ κι είχ' ευεργέτου πόζα,
αλλ' όμως ο Διάδοχος τον πήρε στον λαιμό του
με γράμματα Βασιλικά πολύ κοπλιμεντόζα,
κι απεμαρμάρωσε λαμπρώς τα Στάδια προγόνων
και θύμ' απέμειν' ένδοξον αρχαϊκών αγώνων."


Αμάν, Αβέρωφ, σώσε μας και βοηθός γενού
να σκούξωμ' έξω νου
Η ψωροκώσταινα πατρίς και πάλιν κοκορεύεται,
άσβεστος κρύπτεται πυρά στης δόξης το καμίνι,
και Στάδια μαρμάρινα κι αγώνας ονειρεύεται
αν κι εκ της πείνας μάρμαρο προώρισται να μείνει.


Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Τρικούπη έχει πέσει και την εξουσία έχει αναλάβει ο Θεόδ. Δηλιγιάννης. Η κατάσταση της οικονομίας προχωρεί προς το χειρότερο, και ο Σουρής αναφέρεται εν παρόδω συχνά στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπως στο φ. 524 (21 Οκτωβρίου 1895), όπου εμφανίζει τον βασιλιά της Πορτογαλίας να λέει τα ακόλουθα στον βασιλέα Γεώργιο:

Φαντάζομαι το κράτος σου Παράδεισον επίγειον
και δίχως ισοζύγιον
σφοδρός δε πόθος, αδελφέ, με διαφλέγει τώρα
να φύγω απ' εδώ
και την φυλήν να δω,
που δεν χαλά το κέφι της των δανεικών η ψώρα,
κι Αγώνας Ολυμπιακούς
στο μέλλον ετοιμάζει,
αλλά κι εκείνους δανεικούς
κι ο κόσμος την τρομάζει.


Οι αγώνες

Φτάνει επιτέλους η μέρα της έναρξης των Αγώνων, η 25η Μαρτίου 1896. Παρά τη μικρή αριθμητικά συμμετοχή τους, οι Αμερικανοί κατακτούν τα περισσότερα χρυσά μετάλλια, ενώ η Ελλάδα έρχεται δεύτερη. Σχολιάζει ο Σουρής στο φύλλο 547 του Ρωμηού (30 Μαρτίου 1896):

Υμνους αναξιφόρμιγγας, βρε Περικλή, θα ψάλω
και δι' Αγώνας διεθνείς τον σβέρκο μου θα βγάλω.
Τίνα μεγάλον ήρωα, τίν' άνδρα κελαδήσομεν;
ελάτε βάρη ν' άρωμεν, ελάτε να πηδήσωμεν,
και να παρακαλέσωμεν με δίσκους εις το χέρι
Αβέρωφ τον περίδοξον να λύσει το κεμέρι,
κι ολάκερο το Στάδιο μαρμάρινο να κάνει
για ν' αλωνίζουν Κόννολυ και Φλακ κι Αμερικάνοι.
(…)
Ποία ρώμη, ποίον νείκος!…
θέλεις άλμα κατά μήκος,
θέλεις άλμα κατά πλάτος;
πρώτος και τα δυο τα κάνει
και κερδίζει το στεφάνι
Θοδωρής ο κορδονάτος.
(…)
Αν ρωτάς και για τη σφαίρα
πρώτος είναι κι εκεί πέρα,
κι όταν δανεισταί τον δουν
εις το χέρι να την πάρει,
τρέμουν μην την αμολάρει
και τα γένεια των μαδούν.


Πιο κάτω, ο Σουρής σατιρίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τους αγώνες ο μέσος Έλληνας:

Αγώνες, που ξετίναξε καθένας τα χαλιά του
και ξένους επερίμενε την τύχη του να κάνει,
Αγώνες, που παραίτησε καθένας τη δουλειά του
και με πηλάλες δυνατές στον Μαραθώνα φθάνει.
Αγώνες, που κατήντησε η των προγόνων δόξα
για τους συγχρόνους λόξα,
Αγώνες, που μας ζούρλανε το τόσο μας ονόρε
και κόσμος πάει κι έρχεται στης Αθηνάς το φιόρε,
Αγώνες, που δεν βρίσκεται κανείς να σωφρονίσει
της ράτσας της Ρωμαίικης τ' ακράτητα παιδιά,
Αγώνες, οπού νόμισαν και στο Βαθρακονήσι
πως θα νοικιάσουν κάμαρες δυο λίρες την βραδυά.
Αγώνες, οπού πίστεψαν πολλοί μες στην Αθήνα
ότι μονάχα τό'ν'αυγό θα πάει μια στερλίνα,
Αγώνες, που πτερώνεται το φρόνημα του γένους
κι οι γάτες κάνουν άλματα ψηλά στα κεραμίδια,
Αγώνες, οπού φύλαξαν καμπόσοι για τους ξένους
τα ψάρια των, τα χάβαρα, τις πίνες και τα μύδια.
Αγώνες, πούδειξε μικρό τον κάθε κουνενέ
η γη μας η μεγάλη
κι ο Πύργος διεσπάθισε τον Γάλλον Περρονέ
μεθ' όσης τέχνης άλλοι
διασπαθίζουν φανερά
των φουκαράδων τον παρά.
Αγώνες, που κουνήθηκε και τούτο το ρημάδι,
που πρώτος ο Καρασεβντάς εβγήκε στο σημάδι,
κι εις όλους άναψε σεβντά το γέρας του κοτίνου
κι ας βάλη το χεράκι της η Παναγιά της Τήνου.
(…)
Αγώνες, που με σώματα παρέστημεν ακμαία
κι εθάμβωσε μισέλληνας η πάγκαλος αλκή μας,
μα πάντ' Αμερικάνικη σηκώνετο σημαία
μ' ελπίδα πως θα σηκωθεί στο μέλλον κι η δική μας.
Αγώνες, οπού λύσσαξαν τα ξένα τα σκυλιά
και τον μπελά μας βρήκαμε με τους Αμερικάνους,
μα βάλαμε της φίλης μας Ευρώπης τα γυαλιά
και τους δευτέρους πήραμε περιφανείς στεφάνους.


Παρά τα πολλά ελληνικά χρυσά μετάλλια, οι θεατές ήταν απογοητευμένοι επειδή δεν είχαμε κερδίσει καμιά πρώτη νίκη σε αγωνίσματα στίβου. Στο τελευταίο αγώνισμα, τον Μαραθώνιο, ήρθε ο θρίαμβος του Σπύρου Λούη να αναπτερώσει το φρόνημα όλων, και ο Σουρής προλαβαίνει να τυπώσει στην τελευταία σελίδα του ίδιου φύλλου τη χαρμόσυνη είδηση:

Τελευταία ώρα
με μεγάλη φόρα

Τον νικητήριον χορόν και συ, "Ρωμηέ" μου, σύρε…
τον δρόμον τον περίδοξον, που χίλιους δούλους κάνει,
Αμαρουσιώτης κρατερός, ο Λούης τον επήρε,
κι ολόκληρον το Στάδιον φρενήρες εξεμάνη.
Ύμνους Πινδάρου σήμερον ο Λούης ας ακούσει…
Ζήτω το Γένος, ο Λαός, το Στέμμα, το Μαρούσι.

Οι Αγώνες πέρασαν γρήγορα, μόλις και μετά βίας διάρκεσαν 10 μέρες. Κατα σύμπτωση, την ίδια σχεδόν στιγμή των πανηγυρισμών για τη νίκη του Λούη, φτάνει στην Αθήνα η είδηση του θανάτου του Χαριλάου Τρικούπη στις Κάννες. Μετά την ήττα του στις εκλογές, ο μεγάλος πολιτικός είχε απογοητευμένος εγκαταλείψει την Ελλάδα. Η πρώτη σελίδα του επόμενου φύλλου (548) του Ρωμηού κοσμείται ολόκληρη από την εικόνα του εκλιπόντος μέσα σε μαύρο πένθιμο πλαίσιο. Ωστόσο, οι εσωτερικές σελίδες σχολιάζουν τον απόηχο της νίκης του Λούη, που δεν έχει ακόμα κοπάσει…

μα τώρα νενικήκαμεν και δεν με μέλει δράμι
αν μια για πάντα της Βουλής κλεισθεί το Παρλαμέντο
κι αν κάνωμ' εκατό φορές καινούργιο φαλιμέντο.
--Μέσα σε τούτη την κοινή Μαραθωνομανία,
οπού καθείς φρενιάζει,
κι εμένα δεν με νοιάζει,
αν παν οι παλιο-Βούλγαροι μες στην Μακεδονία.
Εμπρός στον Μαραθώνιον Βουλγάρους ποιος κοιτά;
κι αν νέος Ξέρξης στρατιάς στον Μαραθώνα στείλει,
αλλ' όμως κάποιος θα βρεθεί με πόδια δυνατά
να σπεύσει την επιδρομήν εγκαίρως ν'αναγγείλει.

και πιο κάτω, ο Σουρής απευθύνεται στον Λούη, λέγοντάς του:

Ψάλλω κι εγώ ευγνώμων
τον Μαραθωνοδρόμον

Ω νικητών απόγονε κι Αμαρουσίου θρέμμα,
έστεψε τους θριάμβους σου το θριαμβεύον Στέμμα,
Διάδοχοι και Πρίγκηπες σ' επήραν αγκαλιά,
ξένες περιηγήτριες σ' εχόρτασαν φιλιά,
κι ίσως, λεβέντη χωρικέ και πρώτο παλληκάρι,
καμμία Μις παράξενη θελήσει να σε πάρει.
(…)
μα συ γι' αυτά κι αυτά
μη δίνεις δυο λεφτά.

Άκου με φλέγμα στωικόν το τι καθείς σου ψάλλει
και μην αφήνεις το τσαπί
για ν' αποδείξεις, τσελεπή,
πως έχεις σαν τα πόδια σου γερό και το κεφάλι.

Το κάθε θάμα τρεις ημέρες και το μεγάλο τέσσερις, λέει ο λαός μας. Έτσι, τόσο η νίκη του Λούη, που έγινε και παροιμιώδης έκφραση, όσο και ο θάνατος του Τρικούπη, έφυγαν μοιραία από το προσκήνιο της επικαιρότητας και από τις σελίδες του Ρωμηού. Εναν χρόνο αργότερα, η χώρα γνώριζε την ατιμωτική ήττα του '97. Οι Αγώνες δεν ήταν πανάκεια για όλα τα προβλήματα…

strong>

Μεταρρύθμιση δεν ξεχάστηκε !

Kαλά 'ναι τα μετάλλια, μα πιο καλά τα μέταλλα

Γιατί χωρίς αυτά τινάζουμε τα πέταλα"

Γ. Σουρής



Μεταρρύθμιση δεν ξεχάστηκε !
Η κατάσταση έχει φθάσει στον απροχώρητο. Το μορφωτικό επίπεδο των συγχωριανών μας έχει πέσει δραματικά και το μέλλον προδιαγράφεται ζοφερό. Κάποιος ευαισθητοποιημένος τηλεθεατής της λάσπης που θέλησε να παραμείνει anonymous μας έστειλε αυτά τα ντοκουμέντα τα οποία φυλάσσονταν σε χώρο υψίστης ασφαλείας μέσα στο Υπουργείο Παιδείας.

(από γραπτό υποψηφίου αστυνομικού, Αθήνα 1990)
Ατρόμητος ο Έλλην Στρατάρχης, κοίταξε κατάματα τον εισβολέα και με τα λίγα περσικά που ήξερε του είπε: Μολών Λαβέ.

(γραπτό μαθητή σε εξετάσεις για την Ιστορία - Γυμνάσιο Κορίνθου 1988)
Και οι Ρώσοι ανέδειξαν μεγάλους ποιητές όπως ο Πούσκας, ο Λένιν, ο Τρότσκι και ο Ιβάν ο Τρομακτικός. Από την ποίηση αυτή σώζεται σήμερα η Σιβηρία με την παγωμένη λίμνη των Κύκλων που ο Τσακ Κόφσκι την έκανε παλέτα.

(γραπτό μαθητή σε εξετάσεις για την Ιστορία - Γυμνάσιο Θηβών)
Όταν ο Οδυσσέας γύρισε πίσω στην Ιθάκη, βρήκε τους είκοσι ανεμιστήρες και την Πηνελόπη να τους δουλεύει στο φουλ.

(γραπτό μαθητή σε εξετάσεις για την Ιστορία - Γυμνάσιο Κορίνθου 1989)
Η επανάσταση του '21 έγινε πριν από 1821 χρόνια. Σήμερα γιορτάζουμε την τελική του πτώση.

(από Έκθεση για τη Ρωσία μαθητή του Γυμνασίου Καρδίτσας, 1991)
Η μάνα του Ρασπούτιν ήταν η Ρασπουτάνα, τεραστίων διαστάσεων Ρωσίδα της Σιβηρίας.

(από την Έκθεση ιδεών υποψηφίου στη Σχολή Αστυνομίας, 1992)
Οι Δέκα Εντολές γράφτηκαν από τον Σινά και παραδόθηκαν στον Μωυσή στην Πλάκα. Ήταν όλες πέτρινες, αλλά σαφέστατες.

(από διαγωνισμό στα Θρησκευτικά - Λύκειο Ξάνθης 1991)
Το ακριβώς αντίθετο της Αγίας Τριάδας είναι η Διαβολική Τριάδα, πυρ, συν γυναιξί και θάλασσα. Πράγματα του Σατανά.

(από Έκθεση του μαθητή του Γυμνασίου Αργοστολίου, 1992)
Ο Ε. Λύτης και ο Σ. Εφέρης είναι και οι δύο Έλληνες ποιητές κατηγορίας νόμπελ.

(υποψήφιος στη Σχολή Αστυνομίας, 1991)
Ο Κουστώ είναι ένας σύγχρονος Οδυσσέας, αλλά που δεν κατοικούσε στην Ιθάκη, και για το λόγο αυτό οι περιπέτειές του δεν λέγονται Οδύσσειες αλλά Κουστωδίες.

(από Έκθεση μαθητή του Γυμνασίου Ζωγράφου, 1990)
Η επανάσταση στις Ινδίες είχε αρχηγό και σύμβολο το Γάντι του Μανχάταν.

(από διαγωνισμό στη Γεωμετρία, Γυμνάσιο Ιωαννίνων, 1982)
Το τρίγωνο που φέρει δύο γωνίες λέγεται διαγώνιον.

(μάθημα Γεωγραφίας, Λύκειο Χανίων, 1990)
Πρωτεύουσα της Κεϋλάνης είναι η Λίπτον Τι.

(Γυμνάσιο Καβάλας, 1988)
Ο γλάρος είναι αποδημητικό πουλί. Το καλοκαίρι πάει στην παραλία, το χειμώνα στις ακτές. Ενδιαμέσως στους σκουπιδότοπους και λιμάνια.

(Γυμνάσιο Ηρακλείου, 1991)
Ο κύκλος είναι μία στρογγυλή γραμμή, χωρίς συνδέσεις, ενωμένη με τέτοιο τρόπο που δεν μπορείς να καταλάβεις που αρχίζει και που τελειώνει.

(Γυμνάσιο Καρδίτσας, 1989)
Ο κύκλος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, εκτός αν σταματήσεις το διαβήτη.

(Υποψήφια νοσοκόμα, Νοσοκομείο Αγρινίου)
Η ελονοσία καταπολεμήθηκε και εξαφανίσθηκε δια των προσπαθειών της επιστήμης. Και η γρίπη; Πέρα βρέχει.

(Γυμνάσιο Κιλκίς, 1992)
Το εκτάριον βρίσκεται ακριβώς μεταξύ πενταρίου και επταρίου.

(από γραπτό υποψηφίου υπαξιωματικού του Π.Ν., Σούδα 1986. Απάντηση σε ερώτημα για την ελληνική πανίδα και χλωρίδα)
....Η μαρίς (κοινώς μαρίδα) είναι ένας απολύτως εύγευστος ιχθύς, ο οποίος τρώγεται τελείως (εν τω συνόλω του), κυρίως τηγανητός. Η μαρίς, όπως και η γαρίς (κοινώς γαρίδα) δεν εξημερούται. Ζει δε πάντοτε και αύτη εις αγέλας και εις αγρίαν κατάστασιν, πλην όμως δεν είναι ουδόλως επικίνδυνος κατά την θήρευσιν -όπως π.χ. η φάλαινα- και ούτω δια την θήραν της δεν παρίσταται ανάγκη χρησιμοποιήσεως μαριδοθηρευτικών, όπως παρίσταται ανάγκη χρησιμοποιήσεως φαλαινοθηρευτικών δια την θήραν της φαλαίνης. Οι μαρίδες ζουν εν γένει μίαν περιορισμένην, ήσυχον και χωρίς μεγάλας απαιτήσεις και συγκινήσεις ζωήν, τρεφόμεναι αποκλειστικώς με μικροοργανισμούς, είναι δε παντελώς άκακοι. Εφ'όσον δεν έτυχε μέχρι σήμερον να αναφερθεί ουδεμία περίπτωσις επιθέσεως ακόμη και εξαγριωμένης μαρίδος εναντίον ανθρώπου.


--------------------------------------------------------------------------------


Ελληνική γραμματική

Κεφάλαιο επαναστατικό

Το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να αντιμετωπίσει την εκπαίδευση σοβαρά:

Προειδοποιούμε τον Υπουργό: Εάν δεν συμπεριληφθεί η εργασία μας στην Νεα Ελληνική Γραμματική θα ξεκινήσουμε κινητοποιήσεις με μπλόκα σε όλους τους κεντρικούς δρόμους, με μολότωφ, Ουστίνωφ, και άλλους. Η ΟΛΜΕ, η ΠΑΣΕΓΕΣ, η ΑΔΕΔΥ, η ΔΕΗ, η ΜΑΠΑ, οι αγρότες και οι ταξιτζήδες είναι στο πλευρό μας.

Το επιστημονικό προσωπικό της λάσπης για μια ακόμη φορά κοντά στον αναγνώστη, προσφέρει εντελώς δωρεάν και χωρίς κουπόνια ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην ελληνική γραμματική. Το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του το παρακάτω κείμενο και να προχωρήσει σε διάλογο μαζί μας για να βρούμε μια βιώσιμη λύση, αλλιώς θα βγούμε έξω και θα κλείσουμε το δρόμο.

1. Ολα τα ονόματα σε -αρας είναι μεγέθους σημαντικά.

π.χ. Παιδ-αράς, κοιλ-αράς, κτλ.

εξαιρείται το φουκ-αράς



2. Ολα τα ονόματα σε -ακας δουλεύουν απί 8ώρου βάσεως.

π.χ. δασοφυλ-ακας, χωροφυλ-ακας, κτλ.

εξαιρείται το μαλ-ακας ο οποίος δουλεύει επί 24ώρου βάσεως



3. Ολα τα ονόματα σε -ιδι είναι χρήσεως και εργασίας, σημαντικά.

π.χ. κατσαβ-ίδι, ψαλ-ίδι, κτλ.

εξαιρείται το R-x-ίδι το οποίο εμφανίζεται σε τέσσερις μορφές:

α) Ως βρόσεως σημαντικό (φάε ένα R-x-ίδι)

β) Ως κλάσεως σημαντικό (κλάσε μου το R-x-ίδι)

γ) Ως ορεκτικό (τσίμπα ένα R-x-ίδι)

δ) Ως δηλωτικό ποιότητος - επαινετικό (αμάξι με R-x-ίδια) ή υποτιμητικό (R-x-ίδια αμάξι)



Οι μαθητικές κινητοποιήσεις των περασμένων μηνών, έδωσαν με σαφήνεια το μήνυμά τους:

Κυριακή, 8 Απριλίου 2007

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
καΕις την αγίαν και λαμπροφόρον ημέραν της ενδόξου και
σωτηριώδους Χριστού του Θεού ημών, Αναστάσεως.
Ει τις ευσεβής και φιλόθεος απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως.
Ει τις δούλος ευγνώμων, εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου αυτού.
Ει τις έκαμε νηστεύων, απολαυέτω νυν το δηνάριον.
Ει τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα.
Ει τις μετά την τρίτην ήλθεν, ευχαρίστως εορτασάτω.
Ει τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλλέτω• και γαρ ουδέν ζημιούται.
Ει τις υστέρησεν εις την εννάτην, προσελθέτω, μηδέν ενδοιάζων.
Ει τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα• φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον, καθάπερ και τον πρώτον.
Αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης.
Και τον ύστερον ελεεί, και τον πρώτον θεραπεύει.
Κακείνω δίδωσι, και τούτω χαρίζεται.
Και τα έργα δέχεται, και την γνώμην ασπάζεται.
Και την πράξιν τιμά, και την πρόθεσιν επαινεί.

Ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου ημών• και πρώτοι και δεύτεροι τον μισθόν απολαύετε.
Πλούσιοι και πένητες μετ αλλήλων χορεύσατε.
Εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε.
Νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον.
Η τράπεζα γέμει τρυφήσατε πάντες.
Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών.
Πάντες απολαύετε του συμποσίου της πίστεως.
Πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος.
Μηδείς θρηνείτω πενίαν• εφάνη γαρ η κοινή βασιλεία.
Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα• συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε.
Μηδείς φοβείσθω θάνατον• ηλευθέρωσε γαρ ημάς του Σωτήρος ο θάνατος.
Έσβεσεν αυτόν, υπ´ αυτού κατεχόμενος.
Εσκύλευσε τον Άδην, ο κατελθών εις τον Άδην.
Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού•
και τούτο προλαβών Ησαΐας, εβόησεν•
Ο Άδης, φησίν, επικράνθη συναντήσας σοι κάτω.
Επικράνθη, και γαρ κατηργήθη.
Επικράνθη, και γαρ ενεπαίχθη.
Επικράνθη, και γαρ ενεκρώθη.
Επικράνθη, και γαρ καθηρέθη.
Επικράνθη, και γαρ εδεσμεύθη.
Έλαβε σώμα, και Θεώ περιέτυχεν.
Έλαβε γην, και συνήντησεν ουρανώ.
Έλαβεν, όπερ έβλεπε, και πέπτωκεν, όθεν ουκ έβλεπε.
Που σου, θάνατε, το κέντρον;
Που σου, Άδη, το νίκος;
Ανέστη Χριστός, και συ καταβέβλησαι.
Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες.
Ανέστη Χριστός, και χαίρουσιν Άγγελοι.
Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται.
Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος.
Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο.
Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν

ι φετος μακραν της θαλπωρης της πατρώας γής

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2007

ΑΠΟΝΤΕΣ?

ΕΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑ

πλέον…




Κανένας απ’ αυτούς που με λαχτάρα περίμενα να μου τηλεφωνήσουν
δεν τηλεφώνησε με τις ευχές του.
Δεν είχαν τρόπο επικοινωνίας εκεί που βρίσκονταν
Στη ουράνια σιωπή των αγγέλων.
Όμως το μήνυμα τους έφτασε στη καρδιά μου,
Ήταν ΠΑΡΟΝΤΕΣ…..
Όπως πενήντα συναπτά έτη
Ήταν ΠΑΡΟΝΤΕΣ……..
Στο πόνο και στο δάκρυ μου ,στη χαρά και το γλέντι
Αέρινες παρουσίες
Κρατώντας σφιχτά μέσα στις παλάμες τους Τα δάχτυλα μου
Ήταν ΠΑΡΟΝΤΕΣ……..
Στο τραπέζι της χαράς με τους φίλους μου
Στη επίσημη τούτη μέρα που αλλάζει τη ζωή μου
ΕΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑ.
Στο δρόμο της επιβίωσης και του αγώνα
Ετη πεντήκοντα
Χωρίς κανένα βάλσαμο ,μόνο οι φωτογραφίες που μαρτυρούν το πέρασμα τους.
Ήταν ΠΑΡΟΝΤΕΣ……..

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΣΤΗ ΚΕΦΑΛΩΝΙΑ

H Μεγάλη Παρασκευή στο χωριό μου


«εις μνημόσυνον αιώνιον)


Από μικρό παιδί με την παρακίνηση τής γιαγιάς μου (που σύμφωνα με τη παράδοση ήθελε μπορώ να πω αξίωνε να την φωνάζω «νόνα» )έπρεπε να σπεύσω στο καλανάρχο τής Παναγίας να λάβω μέρος ,σαν «αναγνώστης» αρχικά αλλά και σαν ασκούμενος ψάλτης στις Ιερές Ακολουθίες τής Μεγάλης Εβδομάδος. Η παρουσία μου στο ναό ήταν συνεχής σ’ όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα και γίνονταν με δική μου επιθυμία και συμμετοχή . Πανδαισία ψυχής θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τη Μεγάλη εβδομάδα στο χωριό μου ,οι παιδικές μνήμες και η αγάπη στην Εκκλησία αλλά και η συμμετοχή στις ακολουθίες ,έγιναν βίωμα έτσι που μέχρι σήμερα ,μου είναι σχεδόν αδύνατον να μην συμμετάσχω ενεργά στη εκκλησιαστική ζωή ,όπου κι’ αν βρίσκομαι ,αν και προσπαθώ να παίζω τον όμορφο ρόλο τού «Πασχαλιάτικου ψάλτη» στη εκκλησία του χωριού μου « Η Παναγία μας» ,έτσι τη λέμε ακόμα την καινούργια εκκλησία του χωρίου μας , μετά τη λαίλαπα των σεισμών του 1952,ο τόπος που συνέβαιναν και συμβαίνουν τα πιο σημαντικά γεγονότα του χωριού μας. Η εκκλησία του χωριού μας είναι αφιερωμένη στη Παναγία μας, «την Μητέρα του Θεού και των Ανθρώπων» Χαρά να την αντικρίσεις ,ευχαρίστηση να την επικαλείσαι Ευλογία να την επισκέπτεσαι. Είναι ο τόπος ,το σημείο αναφοράς του χωρίου μας, ένας περίλαμπρος ναός μ ’ένα θαυμάσιο τέμπλο με υπέροχες εικόνες ,που χτίσθηκε με τη γενναία συνεισφορά των χωριανών μας. Ο ναός αυτός υπήρξε πάντοτε τόπος μυσταγωγίας και άφθαστης χριστιανικής ορθόδοξης τελετουργίας, με πρωταγωνιστή -μύστη τον παπά Διονύση , που διακόνησε σαν εφημέριος του χωριού μας πάνω από σαράντα χρόνια. μέχρις ότου η Παναγία τον κάλεσε, πλήρη ημερών, σε άλλο περιβόλι να συνεχίσει τη διακονία Της.
Αν κάποιος είχε την τύχη να παρακολουθήσει ποτέ τις ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας στο χωριό μας τότε θα πρέπει να του έχουν μείνει αξέχαστα ερμηνευμένα από τον παπά Διονύση τόσον ο ύμνος της Κασσιανής ,όσο και η ακολουθία των Παθών, όπου η καλλίφωνος συμμετοχή του στις Ακολουθίες της Μ. Εβδομάδος προσέδιδε ένα ιδιαίτερο χρώμα.
Η Μεγάλη Παρασκευή ,είναι μια Μεγάλη Μέρα για όλους τούς Χριστιανούς που επιμένουν να τηρούν τις παραδόσεις και τα ήθη και τα έθιμα τού τόπου. Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μέρα που το κυρίαρχο σημείο της είναι προσδοκία της Αναστάσεως, είναι η μέρα που στο νου μας έρχονται έντονα οι μνήμες των κεκοιμημένων προσφιλών μας .
Σ’ όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν η Μεγάλη Παρασκευή στο χωριό μου είχε κάτι το ξεχωριστό ,αφού ήταν η μόνη μέρα που ακόμα και οι λεγόμενοι «αλιβάνιστοι» πήγαιναν στη εκκλησία ,φορώντας μάλιστα «τα καλά »τους ρούχα .
Η Μεγάλη Παρασκευή, άρχιζε στο χωριό μας και συνεχίζονταν όλη τη μέρα με την «πένθιμη κωδωνοκρουσία» Η προσέλευση στη εκκλησία του χωρίου ήταν καθολική τα καταστήματα καθ’ όλη τη διάρκεια της Ακολουθίας παρέμεναν κλειστά .Ολόκληρη η οικογένεια προσήρχετο στο ναό και με ευλάβεια παρακολουθούσε τη Ακολουθία των Μ.Ωρών ,τη Αποκαθήλωση και στη συνέχεια την περιγραφομένη τελετή.
Το πρωινό της Μεγάλης Παρασκευής και καθ’ όλη τη διάρκεια της Ακολουθίας των «Μεγάλων Ωρών» ,έβλεπες σιγά-σιγά να συγκεντρώνεται μέγα πλήθος στην Εκκλησία που με κατάνυξη παρακολουθούσε την Ακολουθία ευλαβικά και με μεγάλη συμμετοχή, από τα Προσευχητάρια που κρατούσαν κυρίως οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά. .Μεγάλη στιγμή της Ακολουθίας ήταν πάντοτε και μέχρι σήμερα η κατά την «ενάτη ώρα» η ενώπιον του Εσταυρωμένου προσέλευση του ψάλτου , ο οποίος γονυκλινής απηγγειλε σε ήχο πλάγιο του δευτέρου «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου κλπ. ολόκληρο το εκκλησίασμα με κατάνυξη παρακολουθούσε στη ίδια στάση τη τελετή.
Κατά την προσέλευση στην Εκκλησία ,οι περισσότεροι προσκυνούσαν το Εσταυρωμένο και έσπευδαν ,στη αριστερή θύρα τού Ιερού και παρέδιδαν στο Ιερέα μικρό σημείωμα με τα ονόματα των πεθαμένων προσφιλών τους προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στη ακόλουθη ειδική τελετή .
Μετά το πέρας τής Ακολουθίας των Μεγάλων Ωρών και του Εσπερινού τής Μεγάλη Παρασκευής κατά τον οποίον γίνεται η «Αποκαθήλωση» επακολουθεί η ακόλουθη θαυμαστή κατ’ εμένα τελετή.
Μετά την απόλυση τού Εσπερινού τής Μ Παρασκευής ,ο ιερέας εισέρχεται μόνος στο Ιερό ,όπου κλείνει και τις τρεις Θύρες
Γίνεται σαφές ότι καθ’ όλη την διάρκεια της τελετής ουδείς εισέρχεται στο Ιερό του Ναού .
Ο ψάλτης ψέλνει αργά σε ήχο πλάγιο α’ το ακόλουθο:
«Το ήλιον κρύψαντα τάς ιδίας ακτίνας και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν τώ του Σωτήρος θανάτω,ο Ιωσήφ θεασάμενος προσήλθε τώ Πιλάτώ και καθικετεύει λέγων. Δός μοι τούτον τον ξένον,τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωσθέντα εν κόσμω ,όν ομόφυλοι μισούντες θανατούσιν ών ξένον.δός μοι τούτον τον ξένον ,όν ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον ξένον. δός μοι τούτον τον ξένον ,όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς τε και ξένους. δός μοι τούτον τον ξένον ,όν Εβραίοι τώ φθόνω απεξένωσαν κόσμω .δός μοι τούτον τον ξένον ,ίνα κρύψω έν τάφω ,ός ως ο ξένος ούκ έχει τήννκεφαλήν πού κλίνη. δός μοι τούτον τον ξένον ,όν η Μήτηρ καθορώσα νεκρωθέντα εβόα
.Ω Υιέ και Θεέ μου ,εί και τά σπλάχνα τιτρώσκομαι ,και καρδίαν σπαράττομαι ,νεκρόν σε καθορώσα ,αλλά τη σή Ανασταάσει θαρρούσα μεγαλύνω.και τούτοις τοίνυν τοίς λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον ο ευσχήμων ,λαμβάνει του Σωτήρος το Σώμα ,ό και φόβω ,εν σινδόνι ενειλήσας και σμύρνη ,κατέθετο εν τάφω τον παρέχοντα πάσι ζωήν τήνν αιώνιον ,και το μέγα έλεος» »
ενώ στο προ τού Ιερού τού Ναού χώρο συγκεντρώνονται και γονατίζουν με αναμμένα κεράκια στα χέρια τα παιδιά τού χωριού, πίσω τους στέκουν οι γονείς τους ,στη εκκλησία εκείνη την ώρα βρίσκεται το σύνολο σχεδόν τού πληθυσμού τού χωριού ,ακόμα προσέρχονται και άνθρωποι πολλής μεγάλης ηλικίας που λόγω ασθενειών αδυνατούν να λάβουν μέρος σε άλλες Ακολουθίες η Μυστήρια.
Ακολουθεί κατανυκτική σιωπή στο πλήθος καθ’ όλη την διάρκεια της ψαλτικής ,μετά το πέρας της ψαλτικής τού ανωτέρω εξέρχεται ο ιερεύς φέρων πλήρη ιερατική στολή κρατά στα χέρια του τα «τίμια δώρα» και κάμνει μικρή δέηση υπέρ υγείας και ακολουθεί αμέσως μετά ευχή «υπερ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων δούλων τού Θεού » και αρχίζει να μνημονεύει τούς κεκοιμημένους Αρχιερείς του νησιού, τους κεκοιμημένους προκατόχους του ιερείς τού χωριού ,τούς κεκοιμημένους μοναχούς και ακολουθεί η μνημόνευση κατά οικογένεια όλων εκείνων που από αιώνων έχουν αποδημήσει εις «αιωνίους μονάς» .
Η σκηνή είναι ιδιαιτέρως συγκινητική και εξαιρετικά συμβολική .Νομίζω ότι Ορθόδοξη Θεολογία δεν θα μπορούσε ν’αποδόσει με καλύτερο και παραστατικότερο τρόπο την έννοια της «Εκκλησίας» δηλαδή του συνόλου των πιστών ζώντων και των ψυχών των κεκοιμημένων .
Εκείνη την στιγμή μέσα στο Ναό βρίσκεται ολόκληρος ο πληθυσμός τού χωριού μας ,μπροστά στη Αγία Πύλη βρίσκονται τα παιδιά .η ελπίδα τού χωριού το αύριο του τόπου ,πίσω τους οι γονείς τους και ο ιερέας μνημονεύει όλους τούς πεθαμένους χωριανούς .Εκείνη την στιγμή ,είναι η μοναδική σ’ ολόκληρη την εκκλησιαστική ζωή τού χωριού μας ,η αληθινή «ζώσα εκκλησία» είναι πραγματικότητα. Διότι μέσα στη εκκλησιά τού χωριού μας την ώρα τού παράδοξου αυτού ομαδικού μνημόσυνου , βρίσκεται ολόκληρο το χωριό ,τα παιδιά ,το μέλλον τού τόπου ,οι γονείς, οι γέροντες και «οι ψυχές των από αιώνων κεκοιμημένων »
Η παράδοση αυτή τηρείται απαρέγκλιτα όσα χρόνια θυμούμαι τον εαυτό μου και όπως μου έλεγαν και οι προγενέστεροι ετηρείτο σχεδόν αποκλειστικά στο χωριό μας. Ελπίζω να συνεχισθεί εις αιώνα αιώνος.
Μετά το πέρας του μνημόσυνου και μόνον τα τελευταία χρόνια ο ιερέας με επιθυμία των χωριανών και μίμηση συμβαινόντων αλλού ,μεταβαίνει στο νεκροταφείο και προβαίνει σε «τρισάγιο» επί των τάφων .

Το βράδυ τής Μεγάλης Παρασκευής κατά τη περιφορά τού Επιταφίου τα βήματα μας οδηγούνται στο νεκροταφείο τού χωρίου μας ,όπου πέραν από τα προβλεπόμενα «εγκώμια» με μεγάλη συγκίνηση ψάλλουμε :

«Και των κεκοιμημένων ανάστησον Θεέ μου εν δόξει όταν έλθεις»

Αθήναι 23 Μαρτίου 1999






ΥΓ: Γράφτηκε την Μ. Παρασκευή του 2002

Μιλάει ο τόπος μας?
Αναντίρρητα μιλάει.
Μάλιστα λέει και πολλά «ο δε έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
Γύρισα τα δρομάκια του χωρίου μου μετά τη Αποκαθήλωση και έφθασα ακούσια σχεδόν στο κοιμητήρι ανάμεσα στα μνήματα, έσπευσα ευλαβικός προσκυνητής να επισκεφθώ τους κεκοιμημένους προσφιλείς μου να ευπρεπίσω τους τάφους τους και να προσευχηθώ στη ιερή μνήμη τους.
Εκεί βρήκα πολλούς χωριανούς να επιτελούν το ίδιο καθήκον στους προσφιλείς μας .
Πολύς ο πόνος .
Περπάτησα ,αφουγκράστηκα, άκουσα ,
βουβοί τόποι πουθενά δεν υπάρχουνε,
κουφοί άνθρωποι μονάχα

Φέτος ,όπως και κάθε χρόνο το ίδιο βράδυ ξαναβρέθηκα συνοδεύοντας το Επιτάφιο της Παναγίας μας στο νεκροταφείο μετά τη δέηση έμεινα λίγο πίσω απ’ τη πομπή κι έσπευσα στο μνήμα της μάνας και της νόνας μου και τους έψαλα σιγά- σιγά όπως πάντα :
«Αί γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή σου προσφέρουσι Χριστέ μου»
Η πομπή απομακρύνθηκε ….και βρέθηκα μόνος στο κοιμητήρι βουρκωμένος απ τη συγκίνηση για την ανάμνηση αυτών που λείπουν μακριά μας, βουρκωμένος γιατί πέραν απ΄ τους ανθρώπους που έφυγαν ,έχει φύγει και ένα κομμάτι απ ΄τη μαγεία των Ημερών γιατί ο τόπος μας όχι μόνο μιλάει σ’ αυτούς που θέλουν ν’ ακούσουν τη φωνή του, αλλά ρυθμίζει και τη ζωή των κατοίκων του.
Πολύς ο κόσμος σήμερα στη ακολουθία του Επιταφίου ,λιγόστεψαν όμως οι αυτοσχέδιοι ψάλτες των εγκωμίων,η φωνή μας κρύφτηκε από τη μουσική που Τον συνόδεψε.
«Πώς σε κηδεύσω Θέε μου…»
Αν θέλει ο Θεός ας διατηρήσουμε τη παράδοση του τόπου μας ,είναι ένα καλό μνημόσυνο σ αυτούς που τόσο πολύ μας αγάπησαν.
«Αιωνία η μνήμη αυτών »