Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2007

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Η ΠΑΛΑΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ

Όπως είναι γνωστό, τόσον στις πόλεις όσον και στα χωριά της Κεφαλονιάς, σε κάθε χαρά και σε κάθε γιορτή, πρωτοστατούσαν οι αυτοσχέδιοι ριμναδόροι. Πού με τα όμορφα και πικάντικα τετράστιχα, τα όποια σκάρωναν χορεύοντας ή τραγουδώντας, σκορπίζανε γύρω τους τη χαρά και το κέφι.Κάθε λοιπόν «κομπανία» καλλανταδόρων της παλιάς εποχής εξασφάλιζε κι' έναν από τους αυτοσχέδιους τούτους κι' αξιοθαύμαστους στιχουργούς. Και στα φιλικά τους σπίτια πού πήγαιναν αφού ψάλλανε τα «σωστά κάλαντα, επακολουθούσαν τα «τραταμέντα», δηλαδή τα κεράσματα με μεζεδάκια και κεχριμπαρένια ρομπόλα, της οποίας, φούντωναν τη Σατιρική διάθεση και μούσα του επί κεφαλής• της «Κομπανίας» αυτοσχέδιου ριμναδόρου. Κι' ό όποιος άρχιζε- στα ομαδικά γέλια, πάντοτε άκακα κι' άπαρεξήγητα αυτοσχέδια να σατυρίζει όλα τα ελαττώματα και τα προτερήματα της φιλικής οικογένειας.Κι' έτσι για το καλό του χρόνου και για τη Μεγάλη Χριστουγεννιάτικη, οπού ξημέρωνε Μέρα, ό ριμναδόρος μόνος του πρώτα κι' •ύστερα με ολόκληρη την «κομπανία των καλλανταδόρων», αλλά και με ομαδική συμμετοχή της φιλοξενούσας και σατυριζόμενης οικογένειας, άρχιζαν-• πάντοτε με το «στερεότυπο» στίχο :

«Σ' αυτό το σπίτι πούλθαμε» : Τραγουδούσαν:

Σ' αυτό το σπίτι πούλθαμε γιατρός να μη πατήσει

και πεθερά το πόδι της αν μπάσει να τσάκιση.

Να βγάλουνε τη φάουσα όσοι για τα καλά τους,

και για την κόρη του σπιτιού ξερνάνε τ' άντερα τους.

Κι' οποίος την οικογένεια τούτη την καταριέται,

ζουρλός μπροστά στον "Άγιο δυο χρόνια να σγουριέται! = (χτυπιέται)

Σ' αυτό το σπίτι πουλθαμε δόντι να μή πονέσει

και κάθε χρόνο ή κυρά να φκιάνει και βελέσι ! = (φουστάνι)

Νά πλέκη δε στον άντρα της το χρόνο δύο σκαλτσούνια,

να του μπαλώνει τό βρακί σα γίνεται μπουκούνια... (=κομμάτια)

Κι' όντες να κόβει νύχια του ζητήσει το χατίρι

να του τα κόβει η κυρά με ένα κλαδευτήρι '

Σ αυτό το σπίτι πουλθαμε μ' άσβεστη το χτισμένο,

του χρόνου Παναγία μου να τώχεις... μουντισμένο !

Οι πουλακίδες του σπιτιού όλες να σφαλιαστούνε

και μοναχά οι. κόκοροι ν' αρχίσουν να γεννούνε !

Κι' ο σκύλος τον αφέντη του ξοπίσω να τον παίρνει

να γλύφει τις ποδάρες του με γλιδα = (λίγδα) να χορταίνει !

Σαυτό το σπίτι πούλθαμε κλητήρας αν πατήσει, ό νοικοκύρης του σπιτιού να τον ξυλοκοπήσει!.... Ναρχίονται μπρος την πόρτα του να παίζουνε τσ' άμάδες..., για τις κοπέλες του σπιτιού δέκα προξενητάδες!

Κι' αν εμπει κάποιος ρέμπελος προικιά για να τους κλέψει μέσα στο χρόνο σα δεντρί σακάτικο να ρέψει!...

Σ' αυτό το σπίτι πουλθαμε γεννιώνται ολο αγόρια,

γιατί ποτέ της ή κυρά δεν έχει στενοχώρια.

Βράζει τ' άγριολάχανα μέ ξύδι η λεμόνι

να δίνει του αντρούλη της για να τον δυναμώνει.

Και σαν της κάν' ό άντρας της με άλλες κουτσουκέλες,

άπι-του σπάει στο κεφάλι του τις πήλινες παδέλλες ! = (κατσαρόλες)

Σ' αυτό το σπίτι πουλθαμε τα Κάλαντα να πούμε να κάμει... ό 'Αη Γεράσιμος το κέρασμα να δούμε. Κρασί να μάς τρατάρουνε μακάρι σακκοτρύγι και με... σκουλήκια πρέντζα (=τυρί φέτα) τους να φάμε

Να μάς κεράσουνε θολό, νερό αφ' το πηγάδι κι' αν δεν την... καδεντζάρουμε τραβάμε για τον Άδη !

Σ' αυτό το σπίτι πουλθαμε γιατρός δεν έχει θέση,

γιατί ό νοικοκύρης του συχνά γίνεται... φέσι ! Κι' αν το θερμόγιο κάποτε κι' αϋτύνε θα τον λιάση, ζουμί από... άγκλέουρα πίνει να του... πέραση ! Και πόνοι σαν τον ζώνουνε σε όλο το κορμί του' να του περάσουν... βλαστημά τη Μάννα και Μαμή του!

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

KLEIMATSIAS

Στην παραλία Κλειματσιας ,βρίσκεται η Βροντισμένη,με τά πενταγάλανα νερα της


Posted by Picasa
Posted by Picasa

ΑΙΝΕΙΤΕ

Posted by Picasa

ο κλειματσιας

Posted by Picasa

η ζωη ειναι ωραια

Posted by Picasa
Posted by Picasa

η ζωη ειναι ωραια

Posted by Picasa

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Ο ΡΩΜΗΟΣ

Ο ΡΩΜΗΟΣ

"Στον καφενέ απ'έξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
τού ήλιου τίς ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,
και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανέναν δεν κυττάζω, κανέναν δεν ψηφώ.

Σε μιά καρέκλα τόνα ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μιαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί
αφίνω το καπέλλο, και αρχινώ με τόνο
τούς υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί ουρανός! τί φύσις!
αχνίζει εμπροστά μου ο καιμακλής καφές,
κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τίς βρίσκω μεγάλες και σοφές.

Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσους, και όποιους άλλους θέλω
και στρίβω το μουστάκι μ' αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαβόλου στέλλω
τον ίδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τον νούν στον Διάκο και εις τον Καραίσκο
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι απάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω
απάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ...
Εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τίς πω.

Στον καφετζή ξεσπάνω...φωτιά και κείνος παίρνει.
Αμέσως άνω κάτω τού κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος δεν πληρώνω...δεκάρα τον καφέ!"

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2007

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2007

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2007

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Τ 'ΑΓΝΑΝΤΕΜΑ

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Τ’ Αγνάντεμα


Επάνω στον βράχον της ερήμου ακτής, από παλαιούς λησμονημένους χρόνους, ευρίσκετο κτισμένον το εξωκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας. Όλον τον χειμώνα παπάς δεν ήρχετο να το λειτουργήση. Ο βορράς μαίνεται και βρυχάται ανά το πέλαγος το απλωμένον μαυρογάλανον και βαθύ, το κύμα λυσσά και αφρίζει εναντίον του βράχου. Κι ο βράχος υψώνει την πλάτην του γίγας ακλόνητος, στοιχειό ριζωμένο βαθιά στην γην, και το ερημοκκλήσι λευκόν και γλαρόν, ως φωλιά θαλασσαετού στεφανώνει την κορυφήν του.

Όλον τον χρόνον παπάς δεν εφαίνετο και καλόγηρος δεν ήρχετο να δοξολογήση. Μόνον την ημέρα των Φώτων κατέβαινεν από το ύψος του βραχώδους βουνού, από το λευκόν μοναστηράκι του Αγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, με φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιά και κυματίζοντα βαθιά γένεια, ένας γέρων ιερεύς "ως νεοττός της άνω καλιάς των Αγγέλων" δια να λειτουργήση το παλαιόν λησμονημένον ερημοκκλήσι. Εκεί ήρχοντο τρεις-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, αλειτούργητοι, αλιβάνιστοι, ήρχοντο με τις φαμίλιες των, τις ανέβγαλτες και άπραχτες, με τα βοσκόπουλά των τ' αχτένιστα και άνιφτα, που δεν ήξευραν να κάμουν τον σταυρόν τους, δια ν' αγιασθούν και να λειτουργηθούν εκεί· και εις την απόλυσιν της λειτουργίας ο γηραιός παπάς με τους πτερυγίζοντας βοστρύχους εις το φύσημα του βορρά, και την βαθείαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εις τον μέγαν απλωτόν αιγιαλόν, ανάμεσα εις αγρίους θαλασσοπλήκτους βράχους, δια να φωτίση κι αγιάση τ' αφώτιστα κύματα.

Τον άλλον καιρόν ήρχοντο, συνήθως την άνοιξιν, γυναίκες ναυτικών και θυγατέρες, κάτω από την χώραν, με σκοπόν ν' ανάψουν τα κανδήλια, και παρακαλέσουν την Παναγίαν την Κατευοδώτραν να οδηγήση και κατευοδώση τους θαλασσοδαρμένους συζύγους και τους πατέρας των. Ωραίες κοπέλες με υποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, με τραχηλιές ψιλοκεντημένες, με τους χυτούς βραχίονας και τα στήθη τα γλαφυρά, ήρχοντο να ικετεύσουν δια τ' αδελφάκια των που εθαλασσοπνίγοντο δι' αυτάς, δια να τις φέρουν προικιά από την Πόλιν, στολίδια από την Βενετιάν, κειμήλια από την Αλεξάνδρειαν. "Πάντα νά'ρχωνται, πάντα να φέρνουν". Βοϊδάκια λογικά, που ώργωναν αντί της ξηράς την θάλασσαν· φρόνιμα όπως τα δύο εκείνα τέκνα της ιερείας της Δήμητρος, τα μακαρισθέντα. Νεαραί γυναίκες ρεμβάζουσαι και μητέρες συλλογισμέναι ήρχοντο δια να καθίσουν και αγναντέψουν.




Άμα είχαν φωτισθή τα νερά, ή οψιμώτερα, αφού είχαν περάσει κ' αι Απόκρεω, συνήθως περί την β΄ εβδομάδα των Νηστειών, αφού είχαν γευθή πλέον αχινούς και στρείδια αρκετά, οι ναυτικοί μας επέβαιναν εις τα βρίκια, εις τις σκούνες των, κ' εμίσευαν· επήγαιναν να ταξιδέψουν. Τον καιρόν εκείνον, καράβια και γολέτες "έδεναν" μεσούντος του φθινοπώρου. Οι θαλασσινοί μας αγαπούσαν πολύ της εστίας την θαλπωρήν, τον καπνόν του μελάθρου, και το θάλπος της αγκάλης. Και όταν επανήρχετο η άνοιξις εις την γην, τότε αυτοί επέστρεφαν εις την θάλασσαν.

Εσηκώνοντο στα πανιά τα αιμωδιασμένα και ναρκωμένα από την μακράν ραστώνην σκάφη ανά δύο ή τρία την αυτήν ημέραν· και η σκούνα έφερνε βόλτες εις τον λιμένα, αν ήτο εναντίος, ή και ούριος αν ήτο, ο άνεμος. Η βάρκα επερίμενε διπλαρωμένη έξω εις την προκυμαίαν. Ο καπετάνιος δεν ετελείωνε τους αποχαιρετισμούς εις την οικίαν· και ο λοστρόμος εμάκρυνε τις παινετάδες εις τα καπηλειά. Κ' η βάρκα επερίμενε. Και ο μούτσος έχασκε καθήμενος έξω, επάνω στο κεφαλόσκαλον. Και ο νεαρός ναύτης, όστις είχεν έλθει με τον μούτσον τώρα από την σκούνα, που ήτον στα πανιά, εγίνετο άφαντος. Δύο άλλοι σύντροφοι, περασμένοι στα χαρτιά, ναυτολογημένοι, έλειπαν. Κανείς δεν ήξευρε που ήσαν. Και μέσα εις το πλοίον, οπού έφερνε βόλτες-βόλτες, κ' εστρέφετο ως δεμένον περί κέντρον αόρατον -το κέντρον ήτο μέσα εις τας καρδίας και εις τας εστίας των ναυτικών- άλλος δεν ήτο ειμή ο πηδαλιούχος, ο μάγειρος, κ' ένας επιβάτης, ξένος κ' έρημος, εις τον οποίον είχαν ειπεί, "τώρα, στη στιγμή, να, τώρα-τώρα θα φύγουμε" κ' είχε μπαρκάρει, ο άνθρωπος, από δώδεκα ώρας πριν.

Ο πλοίαρχος έπρεπε να βάλη εμπρός την καπετάνισσαν· αυτή ώφειλε να προπορευθή, επειδή ήτον τυχερή, βέβαια· κ' έτσι απεφάσιζε να μπαρκάρη. Τέλος εσυμμαζεύετο ο λοστρόμος, ανεκαλύπτοντο οι δύο απόντες σύντροφοι, εξεκολλούσε ο πλοίαρχος, έπεφταν τρομπόνια αρκετά, τρομπόνια από το πλοίον, τρομπόνια έξω από την πόλιν· έκοφταν, εψαλίδιζαν τις βόλτες ταχύτερα, συντομώτερα, ως να εσφίγγοντο δια να κόψουν την αόρατον εκείνην κλωστήν, το λεπτόν ισχυρόν νήμα, ως μίαν τρίχα ξανθήν μακράς κυματιζούσης κόμης· και το σκάφος έβαλλε πλώρην προς βορράν.




Την ημέραν εκείνην, και τας άλλας ημέρας της αρχής του έαρος, καραβάνια γυναικών, ασκέρια, φουσάτα γυναικών, ανείρπον, ανέβαινον, ανήρχοντο επάνω στην ρεματιάν, το ρέμα-ρέμα, τον ελικοειδή δρομίσκον, όστις διαχαράσσεται ανά τους λόφους τους τερπνούς με τας χιλιάδας των ελαιοδένδρων, τον αειθαλή πρασινόφαιον στολισμόν της μεγάλης κοιλάδος με τας ράχεις, με τας κορυφάς, με τας εσοχάς και εξοχάς, ανετώτερον από την κυματίζουσαν ποδιάν της βοσκοπούλας του βουνού, πολυπτυχώτερον από την χρυσοκέντητον εσθήτα της νύμφης. Επάνω εις τον βράχον της ερήμου βορεινής ακτής, πλησίον εις το λησμονημένον παρεκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας, εκεί εγίνετο το μάζεμα των γυναικών, η σύναξις η μεγάλη.

Τότε έλαμπον με μεγάλες φωτιές τα κανδήλια της Παναγίας της Κατευοδώτρας. Η γραία Μαλαμίτσα, η κλησάρισσα του Αγίου Νικολάου, έβαλλε τις φωνές· έκανε το κακό... εμάλωνε με όλες τις γυναίκες. Αυτή επήρε το καλαθάκι της, την ρόκα της, τ' αδράχτι της, και ήλθεν από τον Άγιον Νικόλαον επίτηδες, κατά παραγγελίαν του κυρ Αγγελή, του επιτρόπου... δια να μαλώση τις γυναίκες, τις ευλαβητικές (αλλοίμονον! η ευλάβειά μας είναι για το συφέρο! έλεγε σείουσα την κεφαλήν), να μην το παρακάνουν και χύνουν λάδια πολλά και καταλαδώνουν το έδαφος του ναού, και τα στασίδια, και τ' αναλόγι, και τα δύο-τρία παμπάλαια βιβλία που ήσαν εκεί, και τα μανάλια και τον τοίχον, και το τέμπλο, και τις ποδιές, και αυτάς τας αγίας εικόνας. Αλλ' οι γυναίκες δεν την άκουαν. Τι χρειάζονται τόσες φωτιές, σαν πυροφάνια, εφώναζεν η γρια-Μαλαμίτσα. Αυτή είχε μάθει από τον γέροντά της τον παπα-Γεράσιμον, ότι οι φωτιές των κανδηλιών πρέπει να είναι μικρές, τόσες δα, σαν λαμπυρίδες. Του κάκου. Κανείς δεν την ήκουε.

Οι ορμαθοί των γυναικών ομάδες-ομάδες, συγγενολόγια..., διεσπείροντο εις μικρούς όχθους, εις πτυχάς του βράχου, ανάμεσα εις θάμνους και χαμόκλαδα, εις μέρη υψηλά και εις μέρη υπήνεμα· ήρχοντο με τα καλαθάκια τους, με τα μαχαιρίδιά τους... διότι πολλαί εξ αυτών ησχολούντο να βγάλουν αγριολάχανα... με τα προγεύματά τους τα σαρακοστιανά, και αφού είχαν ανάψει τα κανδήλια της Παναγιάς, αφού είχαν κάμει μετάνοιες στρωτές πολλές, κ' είχαν κολλήσει αφιερώματα εις την εικόνα, κ' είχαν χορτάσει τ' αυτιά τους από τας νουθεσίας της γρια-Μαλαμίτσας, εστρώνοντο εκεί εις την δροσεράν χλόην κι αγνάντευαν κατά το πέλαγος.

Τα βοσκόπουλα εκείνα τ' άγρια κι αχτένιστα κι απλοϊκά, που τις έβλεπαν από μακράν σαν σκιασμένα, απορούσαν κ' έλεγαν:

- Κοίτα τις! στα μάτια έκαμαν.




Ως τόσον αι γυναίκες των θαλασσινών αγνάντευαν. Ιδού το βρίκι του καπετάν Λιμπέριου του Λιμνιού· είχε σηκωθή στα πανιά αργά την νύκτα· με το απόγειο της νυκτός ηύρε το ρέμα και απεμακρύνθη κ' εχώνεψε. Κατευόδιο καλό. Η προσευχή των μικρών παιδιών του ας είναι ως πνοή στα πανιά, στα ξάρτια του καραβιού σας... στο καλό, στο καλό!

Ιδού το καράβι του καπετάν Σταμάτη του Σύρραχου. Υπερήφανα, καμαρωμένα, αδελφωμένα τα δύο, αυτό κι ο πλοίαρχός του, πάνε να μας φέρουν καλά, να μας φέρουν στολίδια. Στο καλό, πουλί μου, στο καλό.

Ιδού και η γολέτα του καπετάν Μανώλη του Χατζηχάνου... Η ψυχή μου, η πνοή μου να είναι πάντα στα πανιά σου, ωσάν λαμπάδα του Επιταφίου, να διώχνη τα μαύρα, τα κατακόκκινα τελώνια, πριν προφτάσουν να κατακαθίσουν στα πινά σου. Σύρε, πουλί μου, στο καλό, και στην καλή την ώρα! Στο καλό!

Να κ' η σκούνα του καπετάν Αποστόλη του Βιδελνή, καινούργιο σκαρί, η τετάρτη ή πέμπτη, την οποία κατορθώνει εντός δεκαετίας να σκαρώση, μ' όλην της τύχης την καταδρομήν. Έπεσε πολύ γιαλό, δεν την ηύρε καλά το απόγειο κι άργησε. Διακρίνεται το πλήρωμα, οι άνθρωποι σαν ψύλλοι, που πηδούν εμπρός κι οπίσω στην κουβέρτα. Δούλευέ τα, καπετάνιο μου! (Η) Παναγιά μπροστά σας! Στο καλό, στο καλό!



- Παιδιά μου, κορίτσια μου, αρχίζει να ομιλή η γρια-Συρραχίνα, παλαιά καπετάνισσα· με το ραβδάκι της και με το καλαθάκι της στο χέρι, με τα ογδόντα χρόνια στην πλάτη της, μπόρεσε κι ανέβη τον ανήφορο και ήλθε - δια να καμαρώση, ίσως δια τελευταίαν φοράν, το καράβι του γυιού της που έφευγε. Ξέρετε τι μεγάλη χάρη έχει, και πόσο καλό έκαμε στους θαλασσινούς αυτό το εκκλησιδάκι της Μεγαλόχαρης;

- Πώς δεν το ξέρουμε, είπαν αι άλλαι, ας έχη δόξα το όνομά της.

- Το εξωκκλήσι αυτό αγίασε και μέρωσε όλο το άγριο κύμα· πρωτύτερα είχε κατάρα όλος αυτός ο γιαλός.

- Γιατί;

- Βλέπετε κείνον το βράχο, κάτω στο κύμα, που ξεχωρίζει απ' το γιαλό;... που φαίνεται σαν άνθρωπος, με κεφάλι και με στήθια... που μοιάζει σαν γυναίκα; Εκείνη είναι το Φλανδρώ.

- Ναι, το Φλανδρώ, είπεν η υπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι έχω ακουστά μου. Εσύ θα το ξέρης καλύτερα, θεια-Φλωρού.

- Το βλέπετε κ' είναι ξέρα, είπεν η Φλωρού, η Συρραχίνα· μια φορά κ' έναν καιρό ήτον άνθρωπος.

- Άνθρωπος;

- Άνθρωπος καθώς εμείς. Γυναίκα.

Αι άλλαι ήκουον με απορίαν. Η γρια-Συρραχίνα ήρχισε να διηγήται:

"Στον καιρό των παλαιών Ελλήνων, ήτον μια κόρη αρχοντοπούλα, που την έλεγαν Φλάνδρα ή Φλανδρώ. Η Φλανδρώ είχε νοματιστή έτσι -καθώς μού'πε ο πνευματικός, απάνω στον Αϊ-Χαράλαμπο· όσο τον θυμούμαι, μακαρία η ψυχή του. Ήμουν μικρό κορίτσι, δώδεκα χρονώ, και μ' επήγε η μάννα μου να ξαγορευτώ, τη Μεγάλη Τετράδη... τι να ξαγορευτώ, εγώ τίποτα δεν ήξερα, τα ξεράματά μου... το τι μόλεε ο πνευματικός δεν αγροικούσα, φωτιά που μ'ε!... Το νόημά του δεν το καταλάβαινα, τα λόγια τα θυμούμουν κ' ύστερ' από χρόνια... το κορίτσι πρέπει νά'ναι φρόνιμο και ντροπαλό, νά'ναι υπάκοο, να μην κοιτάζη τους νιούς, ν' αγαπά τον κύρη του και τη μαννούλα του· και σαν μεγαλώση, και δώση ο Θιός και παντρευτή, με την ευκή των γονιώ της, άλλον να μην αγαπά απ' τον άνδρα της.

"Μόφερε το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων... Οι παλιοί Έλληνες, που προσκυνούσαν τα είδωλα... Κείνον τον καιρό ήτον μια που την έλεγαν Φλάνδρα, Φλανδρώ. Φλανδρώ θα πη Φιλανδρώ. Φιλανδρώ θα πη μια που αγαπά τον άνδρα της. Φλανδρώ την είπαν, Φλανδρώ βγήκε. Αγάπησε ολόψυχα τον ανδρα της, όσο που έχασε τ' αγαθά του κόσμου, κ' έγινε πέτρα γι' αυτό. Τον καιρόν εκείνο ήτον ένας καραβοκύρης, όμορφο παλληκάρι, κι αγάπησε το Φλανδρώ, και την εγύρεψε, και της έδωσε αρραβώνα. Σαν της έδωσε αρραβώνα, εσκάρωσε καινούργιο καράβι· και σαν εσκάρωσε το καράβι, έγινε κι ο γάμος· και σαν έγινε ο γάμος, έρριξε το καράβι στο γιαλό, κ' εμπαρκάρισε κ' επήγε να ταξιδέψη.

"Τότε το Φλανδρώ ήρθε ν' αγναντέψη, σαν καλή ώρα, σ' αυτόν τον έρμο το γιαλό. Ξεκολλούσε η ψυχή της που έφευγε ο άνδρας της· δεν μπορούσε να το βαστάξη, να στυλώση την καρδιά της. Αγνάντεψε το καράβι που έφευγε, κ' έκλαψε πικρά κ' έπεσαν τα δάκρυά της στα κύματα· και τα κύματα επικράθηκαν, κ' εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν, κι αγρίεψαν κ' εθέριεψαν... και στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της Φλανδρώς, κ' έγινε αγυρισιά του... Και το Φλανδρώ ήρθε κ' εξαναήρθε σ' αυτόν τον έρμο γιαλό κ' εκοίταζε κι αγνάντευε... κ' επερίμενε, κ' εκαρτερούσε, κι απάντεχε... Πέρασαν μήνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δυο χρόνια, πέρασαν τρία... και το καράβι πουθενά δεν εφάνηκε... και το Φλανδρώ έκλαψε, και καταράστηκε την θάλασσα, και τα μάτια της εστέγνωσαν, και δεν είχε πλια δάκρυ να χύση... και παρακάλεσε τους θεούς της που ήταν είδωλα, πέτρες, να της κάμουν τη χάρη να γίνη κι αυτή είδωλο, βράχος, πέτρα... και το ζήτημά της έγινε και την έκαμαν βράχο ξέρα... με το σκήμα τ' ανθρωπινό, που τρίβηκε και φθάρηκε απ' τα κύματα ύστερ' από χιλιάδες χρόνια· και το ανθρωπινό σκήμα φαίνεται ακόμα· και να ο βράχος εκεί, η πέτρα που θαλασσοδέρνεται και χτυπά και βογγά απάνω της το κύμα... κ' η φωνή της, το βογγητό της γίνεται ένα με το βογγητό της θάλασσας... Να η ξέρα εκεί. Αυτή 'ναι η Φλανδρώ.

"Ύστερα, με χρόνια πολλά, σαν ήρθε ο Χριστός ν' αγιάση τα νερά, για να βαφτιστή η πλάση, μια χριστιανή αρχόντισσα, η Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δυο καράβια έταξε στην Παναγία, κ' έχτισε αυτό το παρακκλήσι, για το καλό κατευόδιο των παιδιώνέ της... Ας δώσ' η Παναγιά και σήμερα νά'ναι καλό κατευόδιο στους άνδρες σας, στ' αδέλφια σας και στους γονιούς σας".

- Φχαριστούμε· ομοίως και στα παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!



Ο ήλιος εχαμήλωνε κατά το βουνό, τα πρώτα πλοία είχαν γίνει άφαντα προ ώρας· και η τελευταία γολέτα, μικρόν κατά μικρόν, εχώνευεν εις το μέγα πέλαγος. Τα συγγενολόγια και τα φουσάτα των γυναικών, με τα καλαθάκια και τα μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ανά τους λόφους, κ' έβγαζαν καυκαλήθρες και μυρόνια, κ' έκοφταν φτέρες κι αγριομάραθα. Σιγά-σιγά κατέβη ο ήλιος εις το βουνόν και αυταί κατήλθον εις την πολίχνην.

Η νυκτερινή αύρα εσύριζεν εις τα δένδρα, και οι λογισμοί των γυναικών επετούσαν μαζί της, κ' έστελλαν πολλάς ευχάς εις τα κατάρτια, εις τα πανιά και εις τα εξάρτια των καραβιών. Και βαθιά, εις την σιωπήν της νυκτός, τίποτε άλλο δεν ηκούσθη ειμή το λάλημα του νυκτερινού πουλιού, και το άσμα μιας τελευταίας συντροφιάς ναυτικών, μελλόντων ν' αναχωρήσωσιν αύριον. "Σύρε, πουλί μου στο καλό - και στην καλή την ώρα".

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Ο Λόγος στην Πνύκα


Παιδιά μου!

Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα• διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα...

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε• και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.

Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2007

ΣΠΑΡΤΟ

ΤΟ ΣΠΑΡΤΟ
Στον ουρανό πετάχτηκε ή λάμψη
τού ήλιου πόγερνε στο πέλαγο
τ' αγνάντεμα κράτησε ώρα πολύ
ο κάμπος γιόμισε λουλούδια και μυρωδιές
τής άνοιξης
τα σπάρτα μοσκοβόλησαν
λουλουδιασμένα
καθώς είναι θαρρείς, μπογιάτισαν με νερομπογιές
τήν πλάση,
ή καμπάνα τής Παναγίας βάρεσε τον εσπερινό
κι ή θάλασσα πήρε το σκούρο χρώμα της

Θεέ μου ποτέ μου δεν πεθύμησα πεσσότερο από τώρα να ψάλλω τον
Ύμνο:
«Κύριε εκέκραξα προς Σε εισάκουσαν μου Κύριε»

Αιώνιο μνημόσυνο στη Ποπη τη νόνα μου πού
έφυγε ψάλλοντας σιγανά όπως πάντα το δοξαστικό

τώρα δίπλα δίπλα θα τα λένε με τήν ΗΡΩ

ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΝΥΧΤΑ ΑΓΑΠΕΣ ΜΟΥ


6/6/94 17,45'

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2007

ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΠΕΙΛΕΙΤΑΙ

«Πράσινος» κόσμος

Οι κλιματικές αλλαγές που παρατηρούνται σήμερα απειλούν τον πλανήτη. Καθένας μόνος του και όλοι μαζί, μπορούμε να χαράξουμε νέους δρόμους που θα οδηγήσουν σε λιγότερες εκπομπές ρύπων, μείωση της καταστροφικής υπερθέρμανσης του πλανήτη και εντέλει πιο υγιή διαβίωση. Φαγητό που μετατρέπεται σε καύσιμο, σπίτια φιλικά προς το περιβάλλον, πατώματα από μπαμπού, έξυπνη χρήση των οικιακών συσκευών, ηλεκτρικά αυτοκίνητα και άλλα πολλά, μπορούν εύκολα και απλά να συμβάλλουν στη σωτηρία του πλανήτη.

Κυριακή, 27 Μαΐου 2007

ΕΞΟΜΟΛ0ΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΓΕΡΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ


Παιδια μου
Τώρα που γέρασα και το κορμί μου δεν αντέχει σκέφτηκα να Σας γράψω δυο λόγια:

  • Χαρούμενος άνθρωπος είναι αυτός που διαβάζει ποιήματα.

  • Πετυχημένος άνθρωπος είναι αυτός που γράφει ποιήματα.

  • Ευτυχισμένος άνθρωπος είναι αυτός που ζει με τα ποιήματα.
Τώρα που γέρασα ξέρω καλά πώς:
1.- ΜΟΥ ΛΕΊΠΕΙ Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΏΝ ΣΤΟ ΠΡΟΑΎΛΙΟ
2.- ΜΟΥ ΛΕΊΠΕΙ Η ΜΥΡΩΔΙΆ ΤΗΣ ΑΊΘΟΥΣΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΊΑΣ(Η ΕΥΩΔΙΆ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΊΟΥ ΜΑΣ).
3.-ΜΟΥ ΛΕΊΠΕΤΕ ΕΣΕΊΣ...
ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΏ ΓΙΑ ΌΣΑ ΜΟΥ ΔΏΣΑΤΕ ΤΌΣΑ ΧΡΟΝΙΆ...ΚΑΙ ΜΕ ΚΆΝΑΤΕ Ν' ΑΝΤΈΞΩ ΕΝΏ ΠΕΙΝΟΎΣΑ ΜΕ ΤΟΝ ΦΤΩΧΙΚΟ ΜΙΣΘΌ ΜΟΥ.
ΛΥΠΆΜΑΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΌΡΕΣΑ ΝΑ ΣΑΣ ΠΡΟΣΦΈΡΩ ΜΙΑ ΠΙΟ ΌΜΟΡΦΗ ΠΑΤΡΊΔΑ...
Ο ΓΕΡΟ ΔΆΣΚΑΛΟΣ

ΥΓ Οσο υπάρχω θαθελα να επικοινωνω μαζύ Σας παιδια μου.

ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΜΕ

Γράμμα ενός Ινδιάνου Αρχηγού - Ο Ποταμός


Ο Μεγάλος Αρχοντας της Ουάσιγκτον διατάζει να μας πουν ότι επιθυμεί να αγοράσει τη γη μας. O Μεγάλος Αρχηγός μας στέλνει επίσης λόγια φιλίας και καλής διάθεσης. Εκτιμούμε αυτή την ευγένεια γιατί ξέρουμε ότι χρειάζεται πολύ λίγο τη φιλία μας. Θα σκεφτούμε την προσφορά σας γιατί ξέρουμε ότι, αν δεν το κάνουμε, ο λευκός άνθρωπος θα έρθει με το πύρινα όπλα του και θα πάρει τη γη μας.

Ο Μεγάλος Αρχοντας της Ουάσιγκτον μπορεί να έχει εμπιστοσύνη σ' αυτά που του λέει ο Αρχοντας Σήτλ με την ίδια βεβαιότητα που οι λευκοί αδελφοί μας μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη στην αλλαγή των εποχών. Τα λόγια μου είναι αμετάβλητα όπως τ' αστέρια. Πώς μπορείτε ν' αγοράσετε ή να πουλήσετε τον ουρανό, τη ζεστασιά της γης; Αυτή η ιδέα μας φαίνεται παράξενη. Εμείς δεν είμαστε ιδιοκτήτες της δροσιάς του αέρα ούτε του φέγγους του νερού. Πως λοιπόν θα μπορούσατε να μας το αγοράσετε; Το λέμε εγκαίρως από την αρχή.

Πρέπει να ξέρετε ότι κάθε σωματίδιο της γης είναι ιερό για το λαό μου. Κάθε λαμπερό φύλλο, κάθε αμμουδιά, κάθε ομίχλη στο σκοτεινό δάσος, κάθε ξέφωτο και κάθε έντομο με το βούισμα του είναι ιερό στη μνήμη και στην εμπειρία του λαού μου. Ο χυμός που τρέχει μέσα στα δένδρα περιέχει τις μνήμες του ανθρώπου με το ερυθρό δέρμα. Οι πεθαμένοι του λευκού ανθρώπου λησμονούν τη γενέτειρά τους όταν πάνε να περπατήσουν στ' άστρα. Οι δικοί μας πεθαμένοι ποτέ δεν ξεχνούν αυτήν την όμορφη γη, γιατί η μητέρα του ανθρώπου έχει ερυθρό δέρμα.

Είμαστε ένα τμήμα της γης και αυτή είναι τμήμα του εαυτού μας. Τα μυρωδάτα άνθη είναι αδέλφια μας. Το ελάφι, το άλογο και ο μεγαλοπρεπής αετός είναι αφέλφια μας. Οι βουνίσιες κορυφές, οι χυμοί των λιβαδιών, η ζεστασιά του σώματος του μικρού αλόγου και ο άνθρωπος - όλα αυτά - ανήκουν στην ίδια οικογένεια.

Τα ποτάμια είναι αδέλφια μας, αυτά σβήνουν τη δίψα μας. Τα ποτάμια κουβαλούν τα κανώ μας και τρέφουν τα παιδιά μας. Αν σας πουλήσουμε τη γη μας, θα πρέπει να θυμάστε και να διδάσκετε στα παιδιά σας ότι τα ποτάμια είναι δικά μας αδέλφια και αδέλφια δικά σας. Θα πρέπει από κει και πέρα να φροντίζετε τα ποτάμια τόσο καλά όσο κι' έναν αδελφό σας.

Ξέρουμε ότι ο λευκός άνθρωπος δεν καταλαβαίνει το δικό μας τρόπο ζωής. Το ίδιο του κάνει ένα κομμάτι γης ή ένα άλλο, γιατί αυτός είναι ένας ξένος που έρχεται τη νύχτα για να βγάλει από τη γη ό,τι χρειάζεται.

Η γη δεν είναι αδελφός του αλλά εχθρός του. Αφού την κατακτήσει, την εγκαταλείπει και συνεχίζει το δρόμο του. Αφήνει πίσω του τους τάφους των γονιών του χωρίς να τον πειράζει. Αρπάζει τη γη από τα παιδιά της χωρίς να τον πειράζει. Ξεχνάει τον τάφο του πατέρα του και τα δικαιώματα των παιδιών του. Μεταχειρίζεται τη μητέρα του τη γη, τον αδελφό του τον ουρανό, σαν να είναι πράγματα που μπορεί κανείς ν' αγοράσει, να ληστέψει και να πουλήσει, σαν να είναι πρόβατα και γυάλινες χάντρες.

Η απληστία του θα καταβροχθίσει τη γη και θ' αφήσει πίσω του μόνο έρημο. Δεν το καταλαβαίνω. Ο δικός μας τρόπος του Είναι, είναι διαφορετικός από τον δικό σας. Δεν υπάρχει καμμιά ήρεμη περιοχή στις πόλεις του λευκού ανθρώπου, κανένα μέρος που να μπορεί ν' ακουστεί η ανάπτυξη των φύλλων της άνοιξης ή το τρίψιμο των φτερών ενός εντόμου. Αλλά ίσως να είναι έτσι επειδή εγώ είμαι ένας αγριάνθρωπος και δεν μπορώ να καταλάβω τα πράγματα.

Ο θόρυβος της πόλης φαίνεται ότι βρίζει τ' αυτιά. Και τι ζωή είναι αυτή, όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί ν' ακούσει την μοναχική κραυγή του ερωδιού ή τη νυχτερινή συνομιλία των βατράχων γύρω από το πηγάδι;
Εμείς οι Ινδιάνοι προτιμάμε τον απαλό ήχο του ανέμου που χαϊδεύει την επιφάνεια της λίμνης και τη μυρουδιά του ανέμου που καθάρισε η βροχή του μεσημεριού ή αρωμάτισε το άρωμα των πεύκων.
Ο αέρας είναι κάτι το πολύτιμο για τον άνθρωπο με το ερυθρό δέρμα, γιατί όλα τα πράγματα μοιράζονται την ίδια πνοή: το ζώο, το δέντρο και ο άνθρωπος.

Ο λευκός άνθρωπος μπορεί να μην αισθάνεται τον αέρα που αναπνέει. Οπως ο άνθρωπος που αγωνιά πολλές μέρες, γίνεται αναίσθητος στη δυσωδία. Αλλά αν σας πουλήσουμε τη γη μας, θα πρέπει να θυμάστε ότι ο αέρας είναι πολύτιμος για μας. Οτι ο αέρας μοιράζεται το πνεύμα του μ' όλη τη ζωή που συντηρεί. Κι' αν σας πουλήσουμε τη γη μας, θα πρέπει να την διατηρείτε αμόλυντη και ιερή σαν τόπο όπου ακόμα και ο λευκός άνθρωπος μπορεί να πάει για ν' απολαύσει τον γλυκαμένο από τα άνθη της πεδιάδας άνεμο.

Θα πρέπει να διδάσκετε στα παιδιά σας αυτά που εμείς έχουμε διδάξει στα δικά μας: ότι η γη είναι η μητέρα μας. Ολα όσα επηρεάζουν τη γη επηρεάζουν και τα παιδιά της γης. Οταν οι άνθρωποι φτύνουν στο χώμα, φτύνουν τον εαυτό τους. Δεν ύφανε ο άνθρωπος το δίχτυ της ζωής: είναι μόνο μία κλωστή του. Ολα όσα θα κάνει κανείς στο δίχτυ θα τα κάνει στον εαυτό του. Ολα τα πράγματα συνδέονται μεταξύ τους όπως το αίμα ενώνει μιά οικογένεια. Ακόμα και ο λευκός άνθρωπος, που ο Θεός του περπατάει και συζητάει μαζί του - σαν φίλος με φίλο - δεν μπορεί να είναι έξω από την κοινή μοίρα. Ισως να είμαστε, παρόλα αυτά, αδέλφια.

Ξερουμε κάτι που ο λευκός άνθρωπος θα το ανακαλύψει κάποια μέρα: ότι ο Θεός μας είναι και Θεός του. Τώρα σκέπτεστε, ίσως, ότι είστε ιδιοκτήτες της γης μας, αλλά δεν μπορείτε να είστε. Αυτός είναι ο Θεός της ανθρωπότητας και το Ελεός του είναι ίδιο και για τον ερυθρόδερμο και για τον λευκό. Αυτή η γη είναι πολύτιμη γι' Αυτόν και το να την βλάψει κανείς σημαίνει ότι υποτιμά πολύ τον Δημιουργό της.
Οι λευκοί άνθρωποι θα περάσουν, ίσως και πριν από τις άλλες φυλές.
Αν μολύνετε το κρεββάτι σας, θα πεθάνετε κάποια νύχτα πνιγμένοι στα δικά σας απορρίματα. Αλλά ακόμα και την τελευταία ώρα θα φωτιστείτε με την ιδέα ότι ο Θεός σας έφερε σ' αυτή τη γη και σας έδωσε την κυριαρχία πάνω της και πάνω στον άνθρωπο με το ερυθρό δέρμα για κάποιο ειδικό σκοπό.

Τέτοιο πεπρωμένο είναι για μας μυστήριο, γιατί δεν ξέρουμε τι θα γίνει όταν θα έχουν εξολοθρεφτεί όλοι οι βούβαλοι, όταν θα έχουν δαμαστεί όλα τα άγρια άλογα, όταν οι πιο μυστικές γωνιές των δασών θα μυρίζουν άνθρωπο και όταν η θέα προς τους πράσινους λόφους θα εμποδίζεται από ένα πλήθος από σύρματα που μιλάνε. Πού είναι το πυκνό δάσος; Εξαφανίστηκε. Πού είναι ο αετός; Εξαφανίστηκε!
Ετσι τελειώνει η ζωή και αρχίζει και αρχίζει η επιβίωση.

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΥΠΗΡΧΕ ΕΝΑΣ ΠΟΤΑΜΟΣ

Μιά φορά κι' έναν καιρό ένας ποταμός, λέει η παλιά Ανατολική παράδοση, έτρεχε ήρεμα πάνω στην καλοβολεμένη από λάσπη κοίτη του. Τα νερά του ήταν θολά και μέσα τους ζούσαν βαριά και μολυβένια ψάρια, απ' αυτά που αναζητούν την τροφή τους στη λάσπη.

Επειδή ήταν αβαθύς, κανένας άνθρωπος δεν είχε την ιδέα να κάνει γέφυρα και έτσι αρκούνταν στο να ρίχνουν μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες και να αυτοσχεδιάζουν δρόμους, που μόλις βρέχονταν από τα ήρεμα και αργά νερά.

Τα ζώα του δάσους τον περνούσαν στα μέρη που ήταν λιγότερα βαθιά, ανακατεύοντας τα σπλάχνα του με τα πόδια τους. Για να πιούν νερό πήγαιναν στη κοντινή λίμνη, γιατί τα νερά του ποταμού ήταν σκοτεινά και δύσοσμα.

Αλλά μιά μέρα ο Θεός Ιντρα, που όλα τα βλέπει, λυπήθηκε τον δαίμονα του ποταμού, γιατί χωρίς να είναι χαζός, ενεργούσε σαν τέτοιος, έτσι που ήταν παγιδευμένος, ναρκωμένος από την αδράνεια και το βόλεμα. Είχε συνηθίσει να πατούν το σώμα του, που ήταν υγρό και δύσοσμο και γλοιώδες σαν νεκρό φίδι.
Με το πέρασμα του χρόνου, ο ποταμός είχε βολευτεί με τους εύκολους δρόμους και απόφευγε τις απότομες κατηφόρες.

Είχε γίνει άσχημος, μουγγός και οι όμορφες νεράιδες και τα ξωτικά των ακτών δεν τον πλησίαζαν ούτε καν τις νύχτες με πανσέληνο, για να φτιάξουν τους μαγικούς καθρέφτες τους.

Ενας από τους υπηρέτες του Ιντρα στέγνωσε τη γη μπροστά του και την ανύψωσε με τέτοιο τρόπο που τον ανάγκασε να εκτραπεί.

Ο γερο-ποταμός στην αρχή φοβήθηκε, άρχισε ν' αναστενάζει, αλλά γρήγορα ανακάλυψε την ηδονή του να πηδάει πάνω από τους βράχους, και μ' ένα μουγγρητό άρχισε να ισοπεδώνει δέντρα και ν' ανοίγει δρόμους, πηδώντας πάνω από αβύσσους και ορμώντας ενάντια σε τρομερούς βράχους.

Το νερό του έγινε καθαρό, αφού φιλτραριζόταν μέσα από τις αμμουδιές και τις πέτρες. Η κοίτη του έγινε πέτρινη και μερικές φορές μεταλλική και έλαμπαν οι φλέβες μέσα του. Από τα σπλάχνα του, που πρώτα ήταν σκοτεινά και κατηφή, γεννήθηκε ο άσπρος αφρός, γιατί η ασπράδα δεν εμφανίζεται, αν δεν υπάρχει μάχη, αν δεν υπάρχει εξαγνισμός.

Το ποτάμι γέμισε τότε με χρωματιστά ψάρια, απ' αυτά που ανεβαίνουν στα βουνά και οι καθαρές λιμνούλες που άφηνε στα πλάγια του, στολισμένες με τρομερούς βράχους, έγιναν η απόλαυση των Στοιχείων των νερών. Με την ιριδένια ανταύγεια των άστρων έκαναν οι Νύμφες τα μαγικά τους χτένια και έβγαλαν τους μαγικούς καθρέφτες από το βυθό των λιμνών.

Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν πιά να τον πατήσουν, αλλά ύψωσαν θριαμβευτικές αψίδες πάνω του, που τις ονόμασαν γέφυρες. Τα ζώα τον δέσχιζαν κολυμπώντας και καθαρά και λαμπερά σχολίαζαν ύστερα τη δύναμη του ποταμού. Στο τέλος όταν έφτασε στη μητέρα Γάγγα, τον υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα τα άλλα νερά, που αγκαλιαζόντουσαν με τα δικά του, φωνάζοντας από χαρά.

Και βλέποντας όλα αυτά και πολλά ακόμα, που δεν σας διηγούμαι, ο Ιντρα σκέπτεται τους πολλούς ανθρώπους που δεν χρησιμοποιούν τις δυνατότητές τους, τις ευκαιρίες τους και εξακολουθούν να είναι αργοί ποταμοί και λασπώδεις, χωρίς ανδρεία και χωρίς δόξα. Δυό δάκρυα κυλούν τότε από το πρόσωπό του το φλογερό και έτσι εμφανίζονται τα σύννεφα και τα πάντα στη Φύση γίνονται γκρίζα και τότε λυπάται για την ανθρώπινη ανοησία.


ΠΡΟΣΟΧΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ:www.nea-akropoli.gr

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2007

ποιος ειναι κουρλος

Με ρωτάνε ποιος είναι "κουρλός" και τι διαφερει ο κουρλός απο τον τρελλο.
Αλλο πραγμα το ενα κσι αλλο το αλλο :
>Ο τρελλος< είναι αρμοδιότητος ψυχιατρου ,δηλαδή είναι ενας ανθρωπος αρρωστος που χρειάζεται ιατρική φροντίδα και συμπαράσταση.
Ο κουρλός είναι:(τίτλος τιμής)
α) Κεφαλωνίτης
β) είναι αρμοδιότητος του Αγίου Γερασίμου δηλαδή χρείζει βοηθείας απο τον Προστατη του νησιου (ΓΙΑΥΤΟ εμείς οι παλιοι καθε χρόνπ στη νυχτα 15/16 Αυγούστου πάμε στη Χαρη του να ψαλλουμε τα εγκωμια Του και να παρουμε δυναμη να μην χειροτερέψουμε περισσότερο)
γ)είναι "αρπαγμένος"συνεχώς και μονίμως δ)δεν βαζει κανένανε αξιο να τονε κουμαντάρει,
ε)εχει μονομανή ταση να παει σπίτι του, δηλαδή στη ΚΕΦΑΛΩΝΙΑ
στ)κοιτα μην του φας φραγκο, σ' εφαγε
ΥΓ Ενας φίλος μου αθεος ,φωναζε για την διατηρηση του χώρου του Μοναστηριου του Αγιου όπως είναι σήμερα ,χωρίς παρεμβάσεις ,τοτε ενας παπάς που τον ακουσε του λεει "ορε αφέντη ,τι φωνάζεις ενω δεν πιστεύεις στον Αγιο " και ο αλλος απαντα "παπά δεν πιστεύω ,αλλα είναι δικος μας και νοιάζομαι να μην γίνει το σπιτι του ,σαν το σπίτι του καραγκιόζη"

Τρίτη, 17 Απριλίου 2007

Η Zωγραφιά μου Σουρής Γεώργιος

Η Zωγραφιά μου Σουρής Γεώργιος

Mπόι δυο πήχες,
κόψη κακή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκεί.

Kούτελο θείο,
λίγο πλατύ,
τρανό σημείο
του ποιητή.

Δυο μάτια μαύρα
χωρίς κακία
γεμάτα λαύρα
μα και βλακεία.

Mακρύ ρουθούνι
πολύ σχιστό,
κι ένα πηγούνι
σαν το Xριστό.

Πηγάδι στόμα,
μαλλιά χυτά
γεμίζεις στρώμα
μόνο μ' αυτά.

Mούρη αγρία
και ζαρωμένη,
χλωμή και κρύα
σαν πεθαμένη.

Kανένα χρώμα
δεν της ταιριάζει
και τώρ' ακόμα
βαφές αλλάζει.

Δόντια φαφούτη
όλο σχισμάδες,
ύφος τσιφούτη
για μαστραπάδες.

Ο ΚΕΦΑΛΩΝΙΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ

Α)ΣτΟ ΛΕΙΞΟΎΡΙ .οταν τον ειχανε αφορέσει στη ονομαστικη γιορτή του, ένας γείτονάς του για να τον ειρωνευτεί του έστειλε με την υπηρέτριά του ως δώρο ένα καλάθι γεμάτο κέρατα που πάνω είχε ενα σημείωμα "ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΦΕΝΤΗ". Βλέποντας αυτό ο Λασκαράτος βγαίνει έξω στον κήπο του και κόβει τα ΚΟΚΚΙΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ και τα βάζει μέσα στο ίδιο καλαθώνι(μικρο καλάθι) με την επιγραφή " Ότι διαθέτει ο καθένας δίνει " και τα δίνει στην υπηρέτρια λέγοντας: "Δώσε αυτά κυρά μου στον αφέντη σου".
β)Όταν ο επίσκοπος(ο δεσπότης Κεφαλωνιάς) τον αφόρισε, κάποιος πήγε να τον επισκεφθεί για να του το αναγγείλει "Τα έμαθες σιορ-Ανδρέα, ο δεσπότης ψυχουλα μου σε αφόρισε" και τότε ο Λασκαράτος του απαντά: "Παρε αφεντη τα παπούτσια μου και δωστα του αφεντη του δεσπότη να τ' αφορισει και εφκείνα για να μη λιώσουνε οι σόλες και να πλερωνω σιολες ".

Κυριακή, 15 Απριλίου 2007

Γ ΣΟΥΡΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1896 μέσα από τις σελίδες του "Ρωμηού"
Ο σατιρικός ποιητής Γεώργιος Σουρής δεν απέβλεπε στην υστεροφημία. Τρομερά εύκολος στο γράψιμο, επί 35 συναπτά χρόνια (από το 1883 έως το 1918) έγραφε μόνος του κάθε βδομάδα την τετρασέλιδη εφημερίδα του Ο Ρωμηός, η οποία, όσο κι αν ακούγεται απίθανο σήμερα, ήταν ολόκληρη έμμετρη, από τον τίτλο της (Ο Ρωμηός, εφημερίς - που την γράφει ο Σουρής) μέχρι τις μικρές αγγελίες της!

Στις σελίδες του Ρωμηού σχολιάζεται εύθυμα όλη η ιστορία αυτών των 35 χρόνων. Αυτό που εντυπωσιάζει τον σημερινό αναγνώστη, πέρα από την αβίαστη ροή του στίχου του Σουρή, είναι το πόσο λίγο έχουν αλλάξει ορισμένες καταστάσεις και χαρακτηριστικά των Ελλήνων.

Ας δούμε λοιπόν, πώς περιέγραψε ο Σουρής στο Ρωμηό τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896.




Η ανάθεση

Βρισκόμαστε στα τέλη του 1894, ένα χρόνο μετά το "Δυστυχώς επτωχεύσαμεν". Παρά τη σταθερή κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, η κυβέρνηση Τρικούπη είναι αναγκασμένη να επιβάλει επαχθείς φόρους για να αντεπεξέλθει στην υπερχρέωση της χώρας. Στο φύλλο 486 του Ρωμηού (12 Νοεμβρίου 1894), ο Φασουλής και ο Περικλέτος, φιγούρες από το κουκλοθέατρο και μόνιμοι ήρωες του Ρωμηού, σχολιάζουν το μέγα θέμα της επικαιρότητας, την απόφαση για τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 στην Ελλάδα.

-- Θάρρος, καημένε Περικλή, κι η μέρα ξημερώνει
που θα ξυπνήσουν την ηχώ των λόφων των ερήμων
παιάνες νέων αθλητών και παλαιστών αλκίμων,
από παντού της ράτσας μας θα φθάσουν θιασώται,
προσπάθησε δε, Περικλή, να ζήσης έως τότε
κι όλων των ζώων τους ορούς να πίνεις μονορούφι,
αλλιώς καθένας θα σε πει μισέλληνα μαγκούφη,
που βρήκες την περίσταση για να τα κακαρώσεις
πριν των ιοστεφάνων μας τις φέστες καμαρώσεις.


-- Θα κάνω κούρα, Φασουλή, μη στάξει και μη βρέξει
για να προφθάσω ζωντανός το ενενηνταέξη


-- Ηλθε κι ο φίλος Κουβερτέν, ο Γάλλος ο Βαρόνος,
και στου Συλλόγου "Παρνασσού" εφώναξε το βήμα
πως την Ελλάδ' αθάνατος την περιμένει χρόνος
κι οι δόξες θάβγουν οι παλιές μέσ' από κάθε μνήμα.
Κι εγώ που λες εστάθηκα στον ρήτορα καρσί
κι αυτός μιλούσε, μάτια μου, τα Γαλλικά φαρσί,
κι εγώ που το κατάφερα να μην τον καταλάβω
εφώναξα με τους λοιπούς "Βαρόνε, μπράβο μπράβο",
και λόγ' ηκούσθησαν θερμοί στομάχων κεχηνότων
κι όλοι τον χειροκρότησαν οι Μαραθωνομάχοι,
για νάναι δε, βρε Περικλή, φιλέλλην εκ των πρώτων
Ελληνικά χρεώγραφα πιστεύω πως δεν θάχη.
(…)
Και μη νομίζης Περικλή, πως μπόλικον Αργύρη
προθύμως θα ξοδέψωμε γι' αυτό το πανηγύρι.
Για τους αγώνες μηδεμιά δεν θα γενή θυσία,
με χρήματα την δόξα των δεν θα την κηλιδώσωμε,
και τούτους θα τους βγάλωμε εις την δημοπρασία
κι όποιος τους πάρει πιο φτηνά σ' εκείνον θα τους δώσωμε.
Η μεν Ελλάς το Στάδιον προσφέρει των προγόνων
κι ας δώσουν άλλοι τον παρά προς πέρας των αγώνων.


και ο Σουρής φαντάζεται τους αγώνες:

πάλιν ο Λόρδος προχωρεί εκ μέσου των ομίλων
κι όπως ο περιβόητος Κροτωνιάτης Μίλων
φορτώνεται τους δανειστάς αντί βωδιών στον ώμο
κι αμέσως παίρνει δρόμο
και τρεις φορές το Στάδιον με τούτους φέρνει γύρα
κι όλοι φωνάζουν "ελελεύ, αθάνατε Σωτήρα"
(…)
Αλλ' όμως και μουφλούζηδες κοιτάζω λεγεώνας
που παίζουν Καραϊσκο,
να βγαίνουν πρώτοι νικηταί εις όλους τους αγώνας
προπάντων δε στον Δίσκο.
(…)
Αλλ' όμως και κολυμβητών παράποτε σπανίων
κατέρχεται φουσάτο,
ο δε Τρικούπης κολυμπά εις πέλαγος δανείων
χωρίς να βρίσκει πάτο.


Οικονομικά προβλήματα

Οσο κι αν η διοργάνωση εκείνων των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων ήταν σπαρτιατική σε σύγκριση με τον σημερινό γιγαντισμό, το οικονομικό κόστος ήταν υπερβολικό για την ελληνική οικονομία. Μια λύση (που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα!) αποτελούσαν οι ευεργέτες. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος απευθύνει επιστολή στον Αβέρωφ, ο οποίος προσφέρεται να καλύψει τα έξοδα για την επιμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου, και ο Φασουλής του Σουρή σατιρίζει στο φύλλο 507 του Ρωμηού (8 Απριλίου 1895).

Προς τον Αβέρωφ επιστολή
του κακομοίρη του Φασουλή

Αμάν, Αβέρωφ, σώσε μας και βοηθός γενού
να κουτουλήσ' η δόξα μας με τ'άστρα τ' ουρανού
κι όταν κοτζάμ Διάδοχος σου γράφη κοπλιμέντα
κι όλος Υμέτερος προς σε δια παντός πως μένει,
άνοιξε το κεμέρι σου χωρίς πολλή κουβέντα
κι ας είναι κάθε λέξις του ακριβοπληρωμένη.


Του κράτους την υπόληψιν θέλεις δεν θέλεις, σώσε,
αν δε και γράμμα δεύτερον σου στείλουν ως το πρώτον,
ας πάει το παλιάμπελο κι ό,τι κι αν έχεις δώσε
προς χάριν των Αγώνων μας και της μητρός των φώτων.


Κι αν των Αγώνων η πομπή και σε χρεωκοπήσει
αλλ' όμως μυριόστομος, Αβέρωφ, θα σαλπίσει
κι εις Δύσιν κι εις Ανατολήν η φήμη τ' όνομά σου
και θα καυχάσαι διαρκώς για το κατόρθωμά σου.


Κι αν καταντήσεις να μας λες με τον ντορβά στον ώμο
"δώστε στον ευεργέτη σας δυο ψίχουλα ψωμιού"
αλλ' όμως θα σε δείχνωμε μ' ευλάβεια στον δρόμο
κι έτσι το στόμα θα μιλεί του καθενός Ρωμηού:
"Βλέπεις αυτόν τον φουκαρά, που με ντορβά γυρίζει
και κρυφομουρμουρίζει
για την κακή κατάντια του και τον πικρό καημό του;…
Κροίσος ελέγετο ποτέ κι είχ' ευεργέτου πόζα,
αλλ' όμως ο Διάδοχος τον πήρε στον λαιμό του
με γράμματα Βασιλικά πολύ κοπλιμεντόζα,
κι απεμαρμάρωσε λαμπρώς τα Στάδια προγόνων
και θύμ' απέμειν' ένδοξον αρχαϊκών αγώνων."


Αμάν, Αβέρωφ, σώσε μας και βοηθός γενού
να σκούξωμ' έξω νου
Η ψωροκώσταινα πατρίς και πάλιν κοκορεύεται,
άσβεστος κρύπτεται πυρά στης δόξης το καμίνι,
και Στάδια μαρμάρινα κι αγώνας ονειρεύεται
αν κι εκ της πείνας μάρμαρο προώρισται να μείνει.


Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Τρικούπη έχει πέσει και την εξουσία έχει αναλάβει ο Θεόδ. Δηλιγιάννης. Η κατάσταση της οικονομίας προχωρεί προς το χειρότερο, και ο Σουρής αναφέρεται εν παρόδω συχνά στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπως στο φ. 524 (21 Οκτωβρίου 1895), όπου εμφανίζει τον βασιλιά της Πορτογαλίας να λέει τα ακόλουθα στον βασιλέα Γεώργιο:

Φαντάζομαι το κράτος σου Παράδεισον επίγειον
και δίχως ισοζύγιον
σφοδρός δε πόθος, αδελφέ, με διαφλέγει τώρα
να φύγω απ' εδώ
και την φυλήν να δω,
που δεν χαλά το κέφι της των δανεικών η ψώρα,
κι Αγώνας Ολυμπιακούς
στο μέλλον ετοιμάζει,
αλλά κι εκείνους δανεικούς
κι ο κόσμος την τρομάζει.


Οι αγώνες

Φτάνει επιτέλους η μέρα της έναρξης των Αγώνων, η 25η Μαρτίου 1896. Παρά τη μικρή αριθμητικά συμμετοχή τους, οι Αμερικανοί κατακτούν τα περισσότερα χρυσά μετάλλια, ενώ η Ελλάδα έρχεται δεύτερη. Σχολιάζει ο Σουρής στο φύλλο 547 του Ρωμηού (30 Μαρτίου 1896):

Υμνους αναξιφόρμιγγας, βρε Περικλή, θα ψάλω
και δι' Αγώνας διεθνείς τον σβέρκο μου θα βγάλω.
Τίνα μεγάλον ήρωα, τίν' άνδρα κελαδήσομεν;
ελάτε βάρη ν' άρωμεν, ελάτε να πηδήσωμεν,
και να παρακαλέσωμεν με δίσκους εις το χέρι
Αβέρωφ τον περίδοξον να λύσει το κεμέρι,
κι ολάκερο το Στάδιο μαρμάρινο να κάνει
για ν' αλωνίζουν Κόννολυ και Φλακ κι Αμερικάνοι.
(…)
Ποία ρώμη, ποίον νείκος!…
θέλεις άλμα κατά μήκος,
θέλεις άλμα κατά πλάτος;
πρώτος και τα δυο τα κάνει
και κερδίζει το στεφάνι
Θοδωρής ο κορδονάτος.
(…)
Αν ρωτάς και για τη σφαίρα
πρώτος είναι κι εκεί πέρα,
κι όταν δανεισταί τον δουν
εις το χέρι να την πάρει,
τρέμουν μην την αμολάρει
και τα γένεια των μαδούν.


Πιο κάτω, ο Σουρής σατιρίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τους αγώνες ο μέσος Έλληνας:

Αγώνες, που ξετίναξε καθένας τα χαλιά του
και ξένους επερίμενε την τύχη του να κάνει,
Αγώνες, που παραίτησε καθένας τη δουλειά του
και με πηλάλες δυνατές στον Μαραθώνα φθάνει.
Αγώνες, που κατήντησε η των προγόνων δόξα
για τους συγχρόνους λόξα,
Αγώνες, που μας ζούρλανε το τόσο μας ονόρε
και κόσμος πάει κι έρχεται στης Αθηνάς το φιόρε,
Αγώνες, που δεν βρίσκεται κανείς να σωφρονίσει
της ράτσας της Ρωμαίικης τ' ακράτητα παιδιά,
Αγώνες, οπού νόμισαν και στο Βαθρακονήσι
πως θα νοικιάσουν κάμαρες δυο λίρες την βραδυά.
Αγώνες, οπού πίστεψαν πολλοί μες στην Αθήνα
ότι μονάχα τό'ν'αυγό θα πάει μια στερλίνα,
Αγώνες, που πτερώνεται το φρόνημα του γένους
κι οι γάτες κάνουν άλματα ψηλά στα κεραμίδια,
Αγώνες, οπού φύλαξαν καμπόσοι για τους ξένους
τα ψάρια των, τα χάβαρα, τις πίνες και τα μύδια.
Αγώνες, πούδειξε μικρό τον κάθε κουνενέ
η γη μας η μεγάλη
κι ο Πύργος διεσπάθισε τον Γάλλον Περρονέ
μεθ' όσης τέχνης άλλοι
διασπαθίζουν φανερά
των φουκαράδων τον παρά.
Αγώνες, που κουνήθηκε και τούτο το ρημάδι,
που πρώτος ο Καρασεβντάς εβγήκε στο σημάδι,
κι εις όλους άναψε σεβντά το γέρας του κοτίνου
κι ας βάλη το χεράκι της η Παναγιά της Τήνου.
(…)
Αγώνες, που με σώματα παρέστημεν ακμαία
κι εθάμβωσε μισέλληνας η πάγκαλος αλκή μας,
μα πάντ' Αμερικάνικη σηκώνετο σημαία
μ' ελπίδα πως θα σηκωθεί στο μέλλον κι η δική μας.
Αγώνες, οπού λύσσαξαν τα ξένα τα σκυλιά
και τον μπελά μας βρήκαμε με τους Αμερικάνους,
μα βάλαμε της φίλης μας Ευρώπης τα γυαλιά
και τους δευτέρους πήραμε περιφανείς στεφάνους.


Παρά τα πολλά ελληνικά χρυσά μετάλλια, οι θεατές ήταν απογοητευμένοι επειδή δεν είχαμε κερδίσει καμιά πρώτη νίκη σε αγωνίσματα στίβου. Στο τελευταίο αγώνισμα, τον Μαραθώνιο, ήρθε ο θρίαμβος του Σπύρου Λούη να αναπτερώσει το φρόνημα όλων, και ο Σουρής προλαβαίνει να τυπώσει στην τελευταία σελίδα του ίδιου φύλλου τη χαρμόσυνη είδηση:

Τελευταία ώρα
με μεγάλη φόρα

Τον νικητήριον χορόν και συ, "Ρωμηέ" μου, σύρε…
τον δρόμον τον περίδοξον, που χίλιους δούλους κάνει,
Αμαρουσιώτης κρατερός, ο Λούης τον επήρε,
κι ολόκληρον το Στάδιον φρενήρες εξεμάνη.
Ύμνους Πινδάρου σήμερον ο Λούης ας ακούσει…
Ζήτω το Γένος, ο Λαός, το Στέμμα, το Μαρούσι.

Οι Αγώνες πέρασαν γρήγορα, μόλις και μετά βίας διάρκεσαν 10 μέρες. Κατα σύμπτωση, την ίδια σχεδόν στιγμή των πανηγυρισμών για τη νίκη του Λούη, φτάνει στην Αθήνα η είδηση του θανάτου του Χαριλάου Τρικούπη στις Κάννες. Μετά την ήττα του στις εκλογές, ο μεγάλος πολιτικός είχε απογοητευμένος εγκαταλείψει την Ελλάδα. Η πρώτη σελίδα του επόμενου φύλλου (548) του Ρωμηού κοσμείται ολόκληρη από την εικόνα του εκλιπόντος μέσα σε μαύρο πένθιμο πλαίσιο. Ωστόσο, οι εσωτερικές σελίδες σχολιάζουν τον απόηχο της νίκης του Λούη, που δεν έχει ακόμα κοπάσει…

μα τώρα νενικήκαμεν και δεν με μέλει δράμι
αν μια για πάντα της Βουλής κλεισθεί το Παρλαμέντο
κι αν κάνωμ' εκατό φορές καινούργιο φαλιμέντο.
--Μέσα σε τούτη την κοινή Μαραθωνομανία,
οπού καθείς φρενιάζει,
κι εμένα δεν με νοιάζει,
αν παν οι παλιο-Βούλγαροι μες στην Μακεδονία.
Εμπρός στον Μαραθώνιον Βουλγάρους ποιος κοιτά;
κι αν νέος Ξέρξης στρατιάς στον Μαραθώνα στείλει,
αλλ' όμως κάποιος θα βρεθεί με πόδια δυνατά
να σπεύσει την επιδρομήν εγκαίρως ν'αναγγείλει.

και πιο κάτω, ο Σουρής απευθύνεται στον Λούη, λέγοντάς του:

Ψάλλω κι εγώ ευγνώμων
τον Μαραθωνοδρόμον

Ω νικητών απόγονε κι Αμαρουσίου θρέμμα,
έστεψε τους θριάμβους σου το θριαμβεύον Στέμμα,
Διάδοχοι και Πρίγκηπες σ' επήραν αγκαλιά,
ξένες περιηγήτριες σ' εχόρτασαν φιλιά,
κι ίσως, λεβέντη χωρικέ και πρώτο παλληκάρι,
καμμία Μις παράξενη θελήσει να σε πάρει.
(…)
μα συ γι' αυτά κι αυτά
μη δίνεις δυο λεφτά.

Άκου με φλέγμα στωικόν το τι καθείς σου ψάλλει
και μην αφήνεις το τσαπί
για ν' αποδείξεις, τσελεπή,
πως έχεις σαν τα πόδια σου γερό και το κεφάλι.

Το κάθε θάμα τρεις ημέρες και το μεγάλο τέσσερις, λέει ο λαός μας. Έτσι, τόσο η νίκη του Λούη, που έγινε και παροιμιώδης έκφραση, όσο και ο θάνατος του Τρικούπη, έφυγαν μοιραία από το προσκήνιο της επικαιρότητας και από τις σελίδες του Ρωμηού. Εναν χρόνο αργότερα, η χώρα γνώριζε την ατιμωτική ήττα του '97. Οι Αγώνες δεν ήταν πανάκεια για όλα τα προβλήματα…

strong>

Μεταρρύθμιση δεν ξεχάστηκε !

Kαλά 'ναι τα μετάλλια, μα πιο καλά τα μέταλλα

Γιατί χωρίς αυτά τινάζουμε τα πέταλα"

Γ. Σουρής



Μεταρρύθμιση δεν ξεχάστηκε !
Η κατάσταση έχει φθάσει στον απροχώρητο. Το μορφωτικό επίπεδο των συγχωριανών μας έχει πέσει δραματικά και το μέλλον προδιαγράφεται ζοφερό. Κάποιος ευαισθητοποιημένος τηλεθεατής της λάσπης που θέλησε να παραμείνει anonymous μας έστειλε αυτά τα ντοκουμέντα τα οποία φυλάσσονταν σε χώρο υψίστης ασφαλείας μέσα στο Υπουργείο Παιδείας.

(από γραπτό υποψηφίου αστυνομικού, Αθήνα 1990)
Ατρόμητος ο Έλλην Στρατάρχης, κοίταξε κατάματα τον εισβολέα και με τα λίγα περσικά που ήξερε του είπε: Μολών Λαβέ.

(γραπτό μαθητή σε εξετάσεις για την Ιστορία - Γυμνάσιο Κορίνθου 1988)
Και οι Ρώσοι ανέδειξαν μεγάλους ποιητές όπως ο Πούσκας, ο Λένιν, ο Τρότσκι και ο Ιβάν ο Τρομακτικός. Από την ποίηση αυτή σώζεται σήμερα η Σιβηρία με την παγωμένη λίμνη των Κύκλων που ο Τσακ Κόφσκι την έκανε παλέτα.

(γραπτό μαθητή σε εξετάσεις για την Ιστορία - Γυμνάσιο Θηβών)
Όταν ο Οδυσσέας γύρισε πίσω στην Ιθάκη, βρήκε τους είκοσι ανεμιστήρες και την Πηνελόπη να τους δουλεύει στο φουλ.

(γραπτό μαθητή σε εξετάσεις για την Ιστορία - Γυμνάσιο Κορίνθου 1989)
Η επανάσταση του '21 έγινε πριν από 1821 χρόνια. Σήμερα γιορτάζουμε την τελική του πτώση.

(από Έκθεση για τη Ρωσία μαθητή του Γυμνασίου Καρδίτσας, 1991)
Η μάνα του Ρασπούτιν ήταν η Ρασπουτάνα, τεραστίων διαστάσεων Ρωσίδα της Σιβηρίας.

(από την Έκθεση ιδεών υποψηφίου στη Σχολή Αστυνομίας, 1992)
Οι Δέκα Εντολές γράφτηκαν από τον Σινά και παραδόθηκαν στον Μωυσή στην Πλάκα. Ήταν όλες πέτρινες, αλλά σαφέστατες.

(από διαγωνισμό στα Θρησκευτικά - Λύκειο Ξάνθης 1991)
Το ακριβώς αντίθετο της Αγίας Τριάδας είναι η Διαβολική Τριάδα, πυρ, συν γυναιξί και θάλασσα. Πράγματα του Σατανά.

(από Έκθεση του μαθητή του Γυμνασίου Αργοστολίου, 1992)
Ο Ε. Λύτης και ο Σ. Εφέρης είναι και οι δύο Έλληνες ποιητές κατηγορίας νόμπελ.

(υποψήφιος στη Σχολή Αστυνομίας, 1991)
Ο Κουστώ είναι ένας σύγχρονος Οδυσσέας, αλλά που δεν κατοικούσε στην Ιθάκη, και για το λόγο αυτό οι περιπέτειές του δεν λέγονται Οδύσσειες αλλά Κουστωδίες.

(από Έκθεση μαθητή του Γυμνασίου Ζωγράφου, 1990)
Η επανάσταση στις Ινδίες είχε αρχηγό και σύμβολο το Γάντι του Μανχάταν.

(από διαγωνισμό στη Γεωμετρία, Γυμνάσιο Ιωαννίνων, 1982)
Το τρίγωνο που φέρει δύο γωνίες λέγεται διαγώνιον.

(μάθημα Γεωγραφίας, Λύκειο Χανίων, 1990)
Πρωτεύουσα της Κεϋλάνης είναι η Λίπτον Τι.

(Γυμνάσιο Καβάλας, 1988)
Ο γλάρος είναι αποδημητικό πουλί. Το καλοκαίρι πάει στην παραλία, το χειμώνα στις ακτές. Ενδιαμέσως στους σκουπιδότοπους και λιμάνια.

(Γυμνάσιο Ηρακλείου, 1991)
Ο κύκλος είναι μία στρογγυλή γραμμή, χωρίς συνδέσεις, ενωμένη με τέτοιο τρόπο που δεν μπορείς να καταλάβεις που αρχίζει και που τελειώνει.

(Γυμνάσιο Καρδίτσας, 1989)
Ο κύκλος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, εκτός αν σταματήσεις το διαβήτη.

(Υποψήφια νοσοκόμα, Νοσοκομείο Αγρινίου)
Η ελονοσία καταπολεμήθηκε και εξαφανίσθηκε δια των προσπαθειών της επιστήμης. Και η γρίπη; Πέρα βρέχει.

(Γυμνάσιο Κιλκίς, 1992)
Το εκτάριον βρίσκεται ακριβώς μεταξύ πενταρίου και επταρίου.

(από γραπτό υποψηφίου υπαξιωματικού του Π.Ν., Σούδα 1986. Απάντηση σε ερώτημα για την ελληνική πανίδα και χλωρίδα)
....Η μαρίς (κοινώς μαρίδα) είναι ένας απολύτως εύγευστος ιχθύς, ο οποίος τρώγεται τελείως (εν τω συνόλω του), κυρίως τηγανητός. Η μαρίς, όπως και η γαρίς (κοινώς γαρίδα) δεν εξημερούται. Ζει δε πάντοτε και αύτη εις αγέλας και εις αγρίαν κατάστασιν, πλην όμως δεν είναι ουδόλως επικίνδυνος κατά την θήρευσιν -όπως π.χ. η φάλαινα- και ούτω δια την θήραν της δεν παρίσταται ανάγκη χρησιμοποιήσεως μαριδοθηρευτικών, όπως παρίσταται ανάγκη χρησιμοποιήσεως φαλαινοθηρευτικών δια την θήραν της φαλαίνης. Οι μαρίδες ζουν εν γένει μίαν περιορισμένην, ήσυχον και χωρίς μεγάλας απαιτήσεις και συγκινήσεις ζωήν, τρεφόμεναι αποκλειστικώς με μικροοργανισμούς, είναι δε παντελώς άκακοι. Εφ'όσον δεν έτυχε μέχρι σήμερον να αναφερθεί ουδεμία περίπτωσις επιθέσεως ακόμη και εξαγριωμένης μαρίδος εναντίον ανθρώπου.


--------------------------------------------------------------------------------


Ελληνική γραμματική

Κεφάλαιο επαναστατικό

Το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να αντιμετωπίσει την εκπαίδευση σοβαρά:

Προειδοποιούμε τον Υπουργό: Εάν δεν συμπεριληφθεί η εργασία μας στην Νεα Ελληνική Γραμματική θα ξεκινήσουμε κινητοποιήσεις με μπλόκα σε όλους τους κεντρικούς δρόμους, με μολότωφ, Ουστίνωφ, και άλλους. Η ΟΛΜΕ, η ΠΑΣΕΓΕΣ, η ΑΔΕΔΥ, η ΔΕΗ, η ΜΑΠΑ, οι αγρότες και οι ταξιτζήδες είναι στο πλευρό μας.

Το επιστημονικό προσωπικό της λάσπης για μια ακόμη φορά κοντά στον αναγνώστη, προσφέρει εντελώς δωρεάν και χωρίς κουπόνια ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην ελληνική γραμματική. Το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του το παρακάτω κείμενο και να προχωρήσει σε διάλογο μαζί μας για να βρούμε μια βιώσιμη λύση, αλλιώς θα βγούμε έξω και θα κλείσουμε το δρόμο.

1. Ολα τα ονόματα σε -αρας είναι μεγέθους σημαντικά.

π.χ. Παιδ-αράς, κοιλ-αράς, κτλ.

εξαιρείται το φουκ-αράς



2. Ολα τα ονόματα σε -ακας δουλεύουν απί 8ώρου βάσεως.

π.χ. δασοφυλ-ακας, χωροφυλ-ακας, κτλ.

εξαιρείται το μαλ-ακας ο οποίος δουλεύει επί 24ώρου βάσεως



3. Ολα τα ονόματα σε -ιδι είναι χρήσεως και εργασίας, σημαντικά.

π.χ. κατσαβ-ίδι, ψαλ-ίδι, κτλ.

εξαιρείται το R-x-ίδι το οποίο εμφανίζεται σε τέσσερις μορφές:

α) Ως βρόσεως σημαντικό (φάε ένα R-x-ίδι)

β) Ως κλάσεως σημαντικό (κλάσε μου το R-x-ίδι)

γ) Ως ορεκτικό (τσίμπα ένα R-x-ίδι)

δ) Ως δηλωτικό ποιότητος - επαινετικό (αμάξι με R-x-ίδια) ή υποτιμητικό (R-x-ίδια αμάξι)



Οι μαθητικές κινητοποιήσεις των περασμένων μηνών, έδωσαν με σαφήνεια το μήνυμά τους:

Κυριακή, 8 Απριλίου 2007

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
καΕις την αγίαν και λαμπροφόρον ημέραν της ενδόξου και
σωτηριώδους Χριστού του Θεού ημών, Αναστάσεως.
Ει τις ευσεβής και φιλόθεος απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως.
Ει τις δούλος ευγνώμων, εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου αυτού.
Ει τις έκαμε νηστεύων, απολαυέτω νυν το δηνάριον.
Ει τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα.
Ει τις μετά την τρίτην ήλθεν, ευχαρίστως εορτασάτω.
Ει τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλλέτω• και γαρ ουδέν ζημιούται.
Ει τις υστέρησεν εις την εννάτην, προσελθέτω, μηδέν ενδοιάζων.
Ει τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα• φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον, καθάπερ και τον πρώτον.
Αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης.
Και τον ύστερον ελεεί, και τον πρώτον θεραπεύει.
Κακείνω δίδωσι, και τούτω χαρίζεται.
Και τα έργα δέχεται, και την γνώμην ασπάζεται.
Και την πράξιν τιμά, και την πρόθεσιν επαινεί.

Ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου ημών• και πρώτοι και δεύτεροι τον μισθόν απολαύετε.
Πλούσιοι και πένητες μετ αλλήλων χορεύσατε.
Εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε.
Νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον.
Η τράπεζα γέμει τρυφήσατε πάντες.
Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών.
Πάντες απολαύετε του συμποσίου της πίστεως.
Πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος.
Μηδείς θρηνείτω πενίαν• εφάνη γαρ η κοινή βασιλεία.
Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα• συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε.
Μηδείς φοβείσθω θάνατον• ηλευθέρωσε γαρ ημάς του Σωτήρος ο θάνατος.
Έσβεσεν αυτόν, υπ´ αυτού κατεχόμενος.
Εσκύλευσε τον Άδην, ο κατελθών εις τον Άδην.
Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού•
και τούτο προλαβών Ησαΐας, εβόησεν•
Ο Άδης, φησίν, επικράνθη συναντήσας σοι κάτω.
Επικράνθη, και γαρ κατηργήθη.
Επικράνθη, και γαρ ενεπαίχθη.
Επικράνθη, και γαρ ενεκρώθη.
Επικράνθη, και γαρ καθηρέθη.
Επικράνθη, και γαρ εδεσμεύθη.
Έλαβε σώμα, και Θεώ περιέτυχεν.
Έλαβε γην, και συνήντησεν ουρανώ.
Έλαβεν, όπερ έβλεπε, και πέπτωκεν, όθεν ουκ έβλεπε.
Που σου, θάνατε, το κέντρον;
Που σου, Άδη, το νίκος;
Ανέστη Χριστός, και συ καταβέβλησαι.
Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες.
Ανέστη Χριστός, και χαίρουσιν Άγγελοι.
Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται.
Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος.
Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο.
Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν

ι φετος μακραν της θαλπωρης της πατρώας γής

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2007

ΑΠΟΝΤΕΣ?

ΕΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑ

πλέον…




Κανένας απ’ αυτούς που με λαχτάρα περίμενα να μου τηλεφωνήσουν
δεν τηλεφώνησε με τις ευχές του.
Δεν είχαν τρόπο επικοινωνίας εκεί που βρίσκονταν
Στη ουράνια σιωπή των αγγέλων.
Όμως το μήνυμα τους έφτασε στη καρδιά μου,
Ήταν ΠΑΡΟΝΤΕΣ…..
Όπως πενήντα συναπτά έτη
Ήταν ΠΑΡΟΝΤΕΣ……..
Στο πόνο και στο δάκρυ μου ,στη χαρά και το γλέντι
Αέρινες παρουσίες
Κρατώντας σφιχτά μέσα στις παλάμες τους Τα δάχτυλα μου
Ήταν ΠΑΡΟΝΤΕΣ……..
Στο τραπέζι της χαράς με τους φίλους μου
Στη επίσημη τούτη μέρα που αλλάζει τη ζωή μου
ΕΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑ.
Στο δρόμο της επιβίωσης και του αγώνα
Ετη πεντήκοντα
Χωρίς κανένα βάλσαμο ,μόνο οι φωτογραφίες που μαρτυρούν το πέρασμα τους.
Ήταν ΠΑΡΟΝΤΕΣ……..

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΣΤΗ ΚΕΦΑΛΩΝΙΑ

H Μεγάλη Παρασκευή στο χωριό μου


«εις μνημόσυνον αιώνιον)


Από μικρό παιδί με την παρακίνηση τής γιαγιάς μου (που σύμφωνα με τη παράδοση ήθελε μπορώ να πω αξίωνε να την φωνάζω «νόνα» )έπρεπε να σπεύσω στο καλανάρχο τής Παναγίας να λάβω μέρος ,σαν «αναγνώστης» αρχικά αλλά και σαν ασκούμενος ψάλτης στις Ιερές Ακολουθίες τής Μεγάλης Εβδομάδος. Η παρουσία μου στο ναό ήταν συνεχής σ’ όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα και γίνονταν με δική μου επιθυμία και συμμετοχή . Πανδαισία ψυχής θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τη Μεγάλη εβδομάδα στο χωριό μου ,οι παιδικές μνήμες και η αγάπη στην Εκκλησία αλλά και η συμμετοχή στις ακολουθίες ,έγιναν βίωμα έτσι που μέχρι σήμερα ,μου είναι σχεδόν αδύνατον να μην συμμετάσχω ενεργά στη εκκλησιαστική ζωή ,όπου κι’ αν βρίσκομαι ,αν και προσπαθώ να παίζω τον όμορφο ρόλο τού «Πασχαλιάτικου ψάλτη» στη εκκλησία του χωριού μου « Η Παναγία μας» ,έτσι τη λέμε ακόμα την καινούργια εκκλησία του χωρίου μας , μετά τη λαίλαπα των σεισμών του 1952,ο τόπος που συνέβαιναν και συμβαίνουν τα πιο σημαντικά γεγονότα του χωριού μας. Η εκκλησία του χωριού μας είναι αφιερωμένη στη Παναγία μας, «την Μητέρα του Θεού και των Ανθρώπων» Χαρά να την αντικρίσεις ,ευχαρίστηση να την επικαλείσαι Ευλογία να την επισκέπτεσαι. Είναι ο τόπος ,το σημείο αναφοράς του χωρίου μας, ένας περίλαμπρος ναός μ ’ένα θαυμάσιο τέμπλο με υπέροχες εικόνες ,που χτίσθηκε με τη γενναία συνεισφορά των χωριανών μας. Ο ναός αυτός υπήρξε πάντοτε τόπος μυσταγωγίας και άφθαστης χριστιανικής ορθόδοξης τελετουργίας, με πρωταγωνιστή -μύστη τον παπά Διονύση , που διακόνησε σαν εφημέριος του χωριού μας πάνω από σαράντα χρόνια. μέχρις ότου η Παναγία τον κάλεσε, πλήρη ημερών, σε άλλο περιβόλι να συνεχίσει τη διακονία Της.
Αν κάποιος είχε την τύχη να παρακολουθήσει ποτέ τις ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας στο χωριό μας τότε θα πρέπει να του έχουν μείνει αξέχαστα ερμηνευμένα από τον παπά Διονύση τόσον ο ύμνος της Κασσιανής ,όσο και η ακολουθία των Παθών, όπου η καλλίφωνος συμμετοχή του στις Ακολουθίες της Μ. Εβδομάδος προσέδιδε ένα ιδιαίτερο χρώμα.
Η Μεγάλη Παρασκευή ,είναι μια Μεγάλη Μέρα για όλους τούς Χριστιανούς που επιμένουν να τηρούν τις παραδόσεις και τα ήθη και τα έθιμα τού τόπου. Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μέρα που το κυρίαρχο σημείο της είναι προσδοκία της Αναστάσεως, είναι η μέρα που στο νου μας έρχονται έντονα οι μνήμες των κεκοιμημένων προσφιλών μας .
Σ’ όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν η Μεγάλη Παρασκευή στο χωριό μου είχε κάτι το ξεχωριστό ,αφού ήταν η μόνη μέρα που ακόμα και οι λεγόμενοι «αλιβάνιστοι» πήγαιναν στη εκκλησία ,φορώντας μάλιστα «τα καλά »τους ρούχα .
Η Μεγάλη Παρασκευή, άρχιζε στο χωριό μας και συνεχίζονταν όλη τη μέρα με την «πένθιμη κωδωνοκρουσία» Η προσέλευση στη εκκλησία του χωρίου ήταν καθολική τα καταστήματα καθ’ όλη τη διάρκεια της Ακολουθίας παρέμεναν κλειστά .Ολόκληρη η οικογένεια προσήρχετο στο ναό και με ευλάβεια παρακολουθούσε τη Ακολουθία των Μ.Ωρών ,τη Αποκαθήλωση και στη συνέχεια την περιγραφομένη τελετή.
Το πρωινό της Μεγάλης Παρασκευής και καθ’ όλη τη διάρκεια της Ακολουθίας των «Μεγάλων Ωρών» ,έβλεπες σιγά-σιγά να συγκεντρώνεται μέγα πλήθος στην Εκκλησία που με κατάνυξη παρακολουθούσε την Ακολουθία ευλαβικά και με μεγάλη συμμετοχή, από τα Προσευχητάρια που κρατούσαν κυρίως οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά. .Μεγάλη στιγμή της Ακολουθίας ήταν πάντοτε και μέχρι σήμερα η κατά την «ενάτη ώρα» η ενώπιον του Εσταυρωμένου προσέλευση του ψάλτου , ο οποίος γονυκλινής απηγγειλε σε ήχο πλάγιο του δευτέρου «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου κλπ. ολόκληρο το εκκλησίασμα με κατάνυξη παρακολουθούσε στη ίδια στάση τη τελετή.
Κατά την προσέλευση στην Εκκλησία ,οι περισσότεροι προσκυνούσαν το Εσταυρωμένο και έσπευδαν ,στη αριστερή θύρα τού Ιερού και παρέδιδαν στο Ιερέα μικρό σημείωμα με τα ονόματα των πεθαμένων προσφιλών τους προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στη ακόλουθη ειδική τελετή .
Μετά το πέρας τής Ακολουθίας των Μεγάλων Ωρών και του Εσπερινού τής Μεγάλη Παρασκευής κατά τον οποίον γίνεται η «Αποκαθήλωση» επακολουθεί η ακόλουθη θαυμαστή κατ’ εμένα τελετή.
Μετά την απόλυση τού Εσπερινού τής Μ Παρασκευής ,ο ιερέας εισέρχεται μόνος στο Ιερό ,όπου κλείνει και τις τρεις Θύρες
Γίνεται σαφές ότι καθ’ όλη την διάρκεια της τελετής ουδείς εισέρχεται στο Ιερό του Ναού .
Ο ψάλτης ψέλνει αργά σε ήχο πλάγιο α’ το ακόλουθο:
«Το ήλιον κρύψαντα τάς ιδίας ακτίνας και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν τώ του Σωτήρος θανάτω,ο Ιωσήφ θεασάμενος προσήλθε τώ Πιλάτώ και καθικετεύει λέγων. Δός μοι τούτον τον ξένον,τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωσθέντα εν κόσμω ,όν ομόφυλοι μισούντες θανατούσιν ών ξένον.δός μοι τούτον τον ξένον ,όν ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον ξένον. δός μοι τούτον τον ξένον ,όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς τε και ξένους. δός μοι τούτον τον ξένον ,όν Εβραίοι τώ φθόνω απεξένωσαν κόσμω .δός μοι τούτον τον ξένον ,ίνα κρύψω έν τάφω ,ός ως ο ξένος ούκ έχει τήννκεφαλήν πού κλίνη. δός μοι τούτον τον ξένον ,όν η Μήτηρ καθορώσα νεκρωθέντα εβόα
.Ω Υιέ και Θεέ μου ,εί και τά σπλάχνα τιτρώσκομαι ,και καρδίαν σπαράττομαι ,νεκρόν σε καθορώσα ,αλλά τη σή Ανασταάσει θαρρούσα μεγαλύνω.και τούτοις τοίνυν τοίς λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον ο ευσχήμων ,λαμβάνει του Σωτήρος το Σώμα ,ό και φόβω ,εν σινδόνι ενειλήσας και σμύρνη ,κατέθετο εν τάφω τον παρέχοντα πάσι ζωήν τήνν αιώνιον ,και το μέγα έλεος» »
ενώ στο προ τού Ιερού τού Ναού χώρο συγκεντρώνονται και γονατίζουν με αναμμένα κεράκια στα χέρια τα παιδιά τού χωριού, πίσω τους στέκουν οι γονείς τους ,στη εκκλησία εκείνη την ώρα βρίσκεται το σύνολο σχεδόν τού πληθυσμού τού χωριού ,ακόμα προσέρχονται και άνθρωποι πολλής μεγάλης ηλικίας που λόγω ασθενειών αδυνατούν να λάβουν μέρος σε άλλες Ακολουθίες η Μυστήρια.
Ακολουθεί κατανυκτική σιωπή στο πλήθος καθ’ όλη την διάρκεια της ψαλτικής ,μετά το πέρας της ψαλτικής τού ανωτέρω εξέρχεται ο ιερεύς φέρων πλήρη ιερατική στολή κρατά στα χέρια του τα «τίμια δώρα» και κάμνει μικρή δέηση υπέρ υγείας και ακολουθεί αμέσως μετά ευχή «υπερ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων δούλων τού Θεού » και αρχίζει να μνημονεύει τούς κεκοιμημένους Αρχιερείς του νησιού, τους κεκοιμημένους προκατόχους του ιερείς τού χωριού ,τούς κεκοιμημένους μοναχούς και ακολουθεί η μνημόνευση κατά οικογένεια όλων εκείνων που από αιώνων έχουν αποδημήσει εις «αιωνίους μονάς» .
Η σκηνή είναι ιδιαιτέρως συγκινητική και εξαιρετικά συμβολική .Νομίζω ότι Ορθόδοξη Θεολογία δεν θα μπορούσε ν’αποδόσει με καλύτερο και παραστατικότερο τρόπο την έννοια της «Εκκλησίας» δηλαδή του συνόλου των πιστών ζώντων και των ψυχών των κεκοιμημένων .
Εκείνη την στιγμή μέσα στο Ναό βρίσκεται ολόκληρος ο πληθυσμός τού χωριού μας ,μπροστά στη Αγία Πύλη βρίσκονται τα παιδιά .η ελπίδα τού χωριού το αύριο του τόπου ,πίσω τους οι γονείς τους και ο ιερέας μνημονεύει όλους τούς πεθαμένους χωριανούς .Εκείνη την στιγμή ,είναι η μοναδική σ’ ολόκληρη την εκκλησιαστική ζωή τού χωριού μας ,η αληθινή «ζώσα εκκλησία» είναι πραγματικότητα. Διότι μέσα στη εκκλησιά τού χωριού μας την ώρα τού παράδοξου αυτού ομαδικού μνημόσυνου , βρίσκεται ολόκληρο το χωριό ,τα παιδιά ,το μέλλον τού τόπου ,οι γονείς, οι γέροντες και «οι ψυχές των από αιώνων κεκοιμημένων »
Η παράδοση αυτή τηρείται απαρέγκλιτα όσα χρόνια θυμούμαι τον εαυτό μου και όπως μου έλεγαν και οι προγενέστεροι ετηρείτο σχεδόν αποκλειστικά στο χωριό μας. Ελπίζω να συνεχισθεί εις αιώνα αιώνος.
Μετά το πέρας του μνημόσυνου και μόνον τα τελευταία χρόνια ο ιερέας με επιθυμία των χωριανών και μίμηση συμβαινόντων αλλού ,μεταβαίνει στο νεκροταφείο και προβαίνει σε «τρισάγιο» επί των τάφων .

Το βράδυ τής Μεγάλης Παρασκευής κατά τη περιφορά τού Επιταφίου τα βήματα μας οδηγούνται στο νεκροταφείο τού χωρίου μας ,όπου πέραν από τα προβλεπόμενα «εγκώμια» με μεγάλη συγκίνηση ψάλλουμε :

«Και των κεκοιμημένων ανάστησον Θεέ μου εν δόξει όταν έλθεις»

Αθήναι 23 Μαρτίου 1999






ΥΓ: Γράφτηκε την Μ. Παρασκευή του 2002

Μιλάει ο τόπος μας?
Αναντίρρητα μιλάει.
Μάλιστα λέει και πολλά «ο δε έχων ώτα ακούειν ακουέτω».
Γύρισα τα δρομάκια του χωρίου μου μετά τη Αποκαθήλωση και έφθασα ακούσια σχεδόν στο κοιμητήρι ανάμεσα στα μνήματα, έσπευσα ευλαβικός προσκυνητής να επισκεφθώ τους κεκοιμημένους προσφιλείς μου να ευπρεπίσω τους τάφους τους και να προσευχηθώ στη ιερή μνήμη τους.
Εκεί βρήκα πολλούς χωριανούς να επιτελούν το ίδιο καθήκον στους προσφιλείς μας .
Πολύς ο πόνος .
Περπάτησα ,αφουγκράστηκα, άκουσα ,
βουβοί τόποι πουθενά δεν υπάρχουνε,
κουφοί άνθρωποι μονάχα

Φέτος ,όπως και κάθε χρόνο το ίδιο βράδυ ξαναβρέθηκα συνοδεύοντας το Επιτάφιο της Παναγίας μας στο νεκροταφείο μετά τη δέηση έμεινα λίγο πίσω απ’ τη πομπή κι έσπευσα στο μνήμα της μάνας και της νόνας μου και τους έψαλα σιγά- σιγά όπως πάντα :
«Αί γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή σου προσφέρουσι Χριστέ μου»
Η πομπή απομακρύνθηκε ….και βρέθηκα μόνος στο κοιμητήρι βουρκωμένος απ τη συγκίνηση για την ανάμνηση αυτών που λείπουν μακριά μας, βουρκωμένος γιατί πέραν απ΄ τους ανθρώπους που έφυγαν ,έχει φύγει και ένα κομμάτι απ ΄τη μαγεία των Ημερών γιατί ο τόπος μας όχι μόνο μιλάει σ’ αυτούς που θέλουν ν’ ακούσουν τη φωνή του, αλλά ρυθμίζει και τη ζωή των κατοίκων του.
Πολύς ο κόσμος σήμερα στη ακολουθία του Επιταφίου ,λιγόστεψαν όμως οι αυτοσχέδιοι ψάλτες των εγκωμίων,η φωνή μας κρύφτηκε από τη μουσική που Τον συνόδεψε.
«Πώς σε κηδεύσω Θέε μου…»
Αν θέλει ο Θεός ας διατηρήσουμε τη παράδοση του τόπου μας ,είναι ένα καλό μνημόσυνο σ αυτούς που τόσο πολύ μας αγάπησαν.
«Αιωνία η μνήμη αυτών »

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2007

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2007

ΕΙΣ ΥΓΕΙΑΝ ΒΡΕ ΠΑΙΔΙΑ

ΩΔΗ Σ΄ΕΝΑ ΧΑΜΕΝΟ ΕΡΩΤΑ -ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ




'Αγγελος Σικελιανός: Λευκαδίτης Μεγάλος Βάρδος...




Βιογραφικό

Γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 15 Μάρτη 1884, από πατέρα Κεφαλονίτη, δάσκαλο της γαλλικής (Γιαννάκης ο "Σιτσιλιάνος") και μητέρα πανέμορφη και μορφωμένη (Χαρίκλεια), Ηπειρωτικής καταγωγής. Συγγένευε επίσης και με τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Από μαθητής ακόμα του Γυμνασίου έγραφε στίχους και μάλιστα μ' αρκετά καλή ποιητική και τεχνική συγκρότηση. Ο γάμος του με την Εύα Πάλμερ έδωσε τεράστιον "αέρα" στη μετέπειτα ζωή και καριέρα του, γιατί εκείνη υπήρξε σοβαρή, αγαπημένη, αφοσιωμένη σύζυγος και μούσα του, αλλά και χρηματοδότις στις δύσκολες στιγμές.
Γύρω στο 1909 έδωσε μια σειρά διαλέξεων που ήτανε λαμπρές και σχολιάστηκαν ευνοϊκά απ' όλους τους καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής. Το ζεύγος, λόγω της έμφυτης φυσιολατρείας του, έμεινε κατά καιρούς σε διάφορα μέρη, όπως: Λευκάδα, Συκιά Κορινθίας, Σαλαμίνα, Κηφισιά και Δελφούς. Ο θάνατός του στις 19 Ιούνη 1951, σ' ηλικία 67 ετών.


Ωδή Σ' Ένα Χαμένον Έρωτα

Ένας χλωμός ήλιος εφάνηκες
και σκόρπισες θαμπήν αυγή
ανάμεσα απ' τ' αχνά σύννεφα
που το κορμάκι σου είχε βγει.

Τα φτερουγάκια σου ανασήκωσες,
τ' αλαφροκίνησες λευκά,
σα για να διώξεις κάποιον όνειρο
κι έπειτα πάνω τους γλυκά

τα ολόξανθα μαλλάκια ακούμπησες.
Μα πριν αρχίσει να φυσά,
απ' τα ματάκια σου όπως τα 'κλεισες
η πρώτη στάλαξε δροσιά.

Κι όπως τα σύννεφα σε ζώσανε
πυκνά, με αργότατη σιωπή
εχάθηκες τη πρώτη χύνοντας
με το φτερούγισμα, αστραπή.

Α ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ ΤΟ ΛΗΞΟΥΡΙ


Το Ληξούρι
1936 αφιέρωση

Όντις 'μπορή ένας σ' όλους να χαρίζη
Και στον ίδιο καιρό να μην τους δίνη,
ήθελ' είναι κακία να ξεχωρίζη
Ένανε, και τους άλλους ναν τσ' αφίνη.

Έτσι και τη Λαμπρή ο παπάςμας στήνει
Τη λαμπάδατου σ' όποιον την ορίζει
Γιατί, όσο κι αν ανάβουνε από 'κείνη,
Τίποτα του παπά δεν του στοιχίζει.

Που αν ήτανε να χάνη οχ τη λαμπάδα
Τρείς τέσσαρες σταξούλες, δύο, μία,
Τότε ναίσκε ήθελ' είναι φρονημάδα
Να βαλθή κι ο παπάς σε οικονομία.
Και πλέον οχ τη λαμπάδα του παπά
Να μην ανάβη πάρι η παπαδιά.

Έτσι κι εγώ μ' αυτό το ποιηματάκι
Οπού τώρα τυπώνω,
Μικρό, χαροποιό κι αλαφρουλάκι,
Σ' όλουςσας τ' αφιερώνω.
Και δίνω το δικαίωμα στον καθένα,
Εις σε λιγολογία,
Να'πή: "Τούτο αφιερώθηκε σ' εμένα."
Κι ας το χαρή με υγεία.

Ξεκαθαρίζω ακόμη,
Και τούτο με την άδεια του Δεσπότη,
Και με στέρεάμου γνώμη,
Πως ακούω, διορίζω και θέλω, ότι,
Καλόγηροι, παπάδες,
'Παντρεμένες, ανύπαντρες κοπέλες,
Καλόγρηες, ασκητάδες,
Νηές ώμορφες, και γρηές με σοτανέλες,
Όλοι, για 'πινομή μου,
Νάχουνε μέρος στην αφιέρωσήμου.

ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ


Σταυρός του Νότου
στο Γιώργο Θεοτοκά

Εβραζε το κύμα του γαρμπή.
Ημαστε σκυφτοί κι οι δυό στο χάρτη,
γύρισες και μού 'πες πως το Μάρτη
σ' άλλους παραλλήλους θα 'χεις μπει.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μιά κρίση μαύρου πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.

Το Αλφα του Κενταύρου μιά νυχτιά
με το παλινώριο πήρα κάτου.
Μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου:
"Να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά".

Αλλοτε απ' τον ίδιο ουρανό
έπαιρνες, τρεις μήνες στην αράδα,
με του καπετάνιου τη μιγάδα,
μάθημα πορείας νυχτερινό.

Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι, δυό σελλίνια,
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
Τα φανάρια πιά δεν τα θυμάσαι
και τ' ωραίο γλυκό της Κυριακής.

τοπωνύμια:
Nossi Be: νησάκι στη Μαδαγασκάρη (Ινδικός Ωκεανός

Κ Καβαφη-Aπολείπειν ο θεός Aντώνιον


Aπολείπειν ο θεός Aντώνιον

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2007

ηταν γενναιο παιδι


Δεν εκλαψαν.
Γιατι να κλάψουν?
Ηταν γενναιο παιδί!



(Ο ΕΛΥΤΗΣ)

στον πατερα μου



«Εις ένα μνήμ’ αγνώριστον μικρού κοιμητηρίου
Δεν θέλω να το βλέπουν ακτίνες του ηλίου .
Μηδέ κυπάρισσος σκαιά, μηδ’ απεχθής ιτέα,
Να το σκιάζη. Καταιγίς ας το κτυπά βιαία!
Και δεν θέλω θυμίαμα, δεν θέλω ψαλμωδίαν.
Να έλθης μόνον σε ζητώ, μίαν θαμβήν πρωίαν,
Να βρέξης μ’ ένα δάκρυ σου το διψασμένο χώμα
Κι ας σβήση με το δάκρυ σου και τ’ όνομά μου ακόμα»