Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2007

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ


EΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ένα ταξίδι στη πατρίδα είναι μία εμπειρία πάντοτε.
Φέτος ήταν μία καινούργια αναβάπτιση σ' όλα τα παλιά και
ευτυχισμένα πράγματα, ήταν μία επιστροφή στον ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ.
Ο PARADIS

Ο παράδεισος μάς περιμένει ενώ εμείς τον έχουμε ξεχάσει.


31.8.1993
07,45'

ΤΟ ΣΠΑΡΤΟ


ΤΟ ΣΠΑΡΤΟ

Στον ουρανό πετάχτηκε ή λάμψη
τού ήλιου πόγερνε στο πέλαγο
τ' αγνάντεμα κράτησε ώρα πολύ
ο κάμπος γιόμισε λουλούδια και μυρωδιές
τής άνοιξης
τα σπάρτα μοσκοβόλησαν
λουλουδιασμένα
καθώς είναι θαρρείς, μπογιάτισαν με νερομπογιές
τήν πλάση,
H καμπάνα τής Παναγίας βάρεσε τον εσπερινό
κι η θάλασσα πήρε το σκούρο χρώμα της

Θεέ μου ποτέ μου δεν πεθύμησα πεσσότερο από τώρα να ψάλλω τον
Ύμνο:
«Κύριε εκέκραξα προς Σε εισάκουσαν μου Κύριε»

Αιώνιο μνημόσυνο στη νόνα μου πού
έφυγε ψάλλοντας σιγανά όπως πάντα το δοξαστικό
τώρα δίπλα- δίπλα θα τα λένε με τήν ΜΑΝΑ

ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΝΥΧΤΑ ΑΓΑΠΕΣ ΜΟΥ


6/6/94 17,45'

ΤΗΝ ΑΓΑΠΩ


ΤΗΝ ΑΓΑΠΩ

Την αγαπώ…
Την αγαπώ τρελά και απελπισμένα
Κι αυτή το ξέρει
κι απορεί με την μακροχρόνια αντοχή μου στο πάθος…
την αγαπώ
όπως τότε που αντικρίζαμε μαζί το θεσπέσιο φως της Ιωνίας
όπως τότε που παραλίγο να βροντήσει η ευτυχία στη καρδιά μου
όπως τότε που χέρι -χέρι περιδιαβαίναμε τις γειτονιές των αγγέλων
όπως τότε που μου έδωσε τα θεσπέσια χείλια της για φίλημα
όπως τότε που της έλεγα να φύγουμε στην άκρη του κόσμου και το εννοούσα
την αγαπώ…
γεμάτος απελπισία γιατί το ξέρω το ριζικό μου
γεμάτος αγωνία για τα χρόνια που χάθηκαν χωρίς λόγο φαντάζομαι
την αγαπώ…..
την βλέπω να μεγαλώνει χωρίς να το αντιλαμβάνεται
μόνο που τώρα χαμογελάει πια σπάνια
ο χρόνος, η κούραση , η ζωή,
η απογοήτευση για τα χρόνια που χάθηκαν
κι είναι τόσο θεσπέσια όταν χαμογελά
πάντως εγώ την αγαπώ

κι αυτή το ξέρει…..

18/7/2000 10:56 πμ

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ


ΑΘΗΝΑΙ 17 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1997
{ημέρα τής εβδομάδος Δευτέρα καί β’ ημέρα τού Τριωδίου
άλλως καί «Carnival time» καλουμένην εν τή Εσπερία}




Αγαπητή μου,
από μακρού είχον τήν πρόθεσιν νά απευθύνω είς Υμάς τήν παρούσαν επιστολήν,ώστε η ταπεινότης μου νά δυνηθή νά εκφράση τά μύχια συναισθήματα της πρός τήν λαμπράν Εξοχότητα ΣΑΣ.
Αγαπητή μου,
εν όψει τών ημερών τού Τριωδίου τάς οποίας φρικτώς διερχόμεθα ,θά υπέβαλλον τή Υμετέρα εκλαμπρότητι τήν ανοικειον καί φρικτήν ιδέαν όπως λάβητε πρόνοιαν διά τά επερχόμενα .Διότι αληθώς ή φύσις καί ό Θεός πλούσια τά ελέη του Σας εχάρησαν ,πλήν όμως καί οί ημείς οί πένητες ώς καί τά πετεινά τού ουρανού δικαιον είναι νά απολαμβάνομεν μέρος όσων ό Παντοδύναμος εχάρησεν είς Υμάς τούς «καλούς καγαθούς πολίτας αυτού τού Σύμπαντος».
Αγαπητή μου,
αψευδής μάρτυς τού διελθόντος χρόνου είναι καί ή όψις καί ό νούς καί κυρίως ή καρδία δι’ όλους μας.
Σείς μέ τήν υπεροψίαν καί τήν μέθην τής νεότητος αλλά καί τής αυταρέσκου λατρείας λησμονείτε ότι υφέρπει ό χρόνος καί έρχεται ώρα καί νύν εστίν ότε άπαντες θά αποδωσωμεν όπου δεί καί τό έσχατον ταλαντον.
Αγαπητή μου,
ελπίζω ότι εφ’ όσον υπάρχω,ζώ καί αισθάνομαι καί δέν θά σιωπήσω πρό τής αμετροεπούς καί αναρμόστου επιθετικότητος εκείνων πού θεωρούν προνόμιον των ,τήν «ευφωνίαν»,τήν «ευφυίαν» ,τήν «ωραιότητα»,τήν «δικαίαν επιβουλήν» τής ατομικής τών άλλων ελευθερίας καί αξιοπρεπείας .
Αγαπητή μου,
γνωρίζω ότι απέτυχα , ευλόγως διακατεχεσαι καί αισθάνεσαι τόσην απέχθειαν διά τήν υστερίαν ενός μεσηλικος ,όστις τολμά νά «ελπίζει ότι δέν είναι δι’ όλους ή ιδία τών πραγμάτων κατάστασις» ,απέτυχα αλλά θαρσώ καί ελπίζω καί εύχομαι ώστε ό «πόνος» αυτός νά μήν είναι ανοησίας εγκώμιον.
μετά πλείστης τιμής ,ό παθών

Ο ΣΠΑΡΤΙΝΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΠΑΝΑΣ

ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΠΑΝΑΣ5
ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ ΟΦΘΑΛΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ
ΑΠΟ ΤΑ ΣΠΑΡΤΙΑ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ

Ο πρωτοπόρος ερευνητής του 19ου αιώνα
Η συμπλήρωση πλέον των 170 χρόνων από τη γέννηση και 100 χρόνων από το θάνατο του επιφανέστατου Κεφαλλονίτη Καθηγητή της Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου των Παρισίων ΦΩΤΕΙΝΟΥ ΠΑΝΑ (1832 – 1903) φέρνει στο προσκήνιο της επικαιρότητας τη ζωή και το έργο ενός μεγάλου ερευνητή, που θυσίασε την ατο¬μικότητα στην προσωπικότητα και περι¬φρόνησε την καθημερινότητα για την αιωνιότητα.
Ο Καθηγητής Φωτεινός Πάνας αγωνίστηκε στο εξωτερικό για να δημιουργήσει ένα επιστημονικό έργο, πολύ πιο μεγάλο από τον ίδιο του τον εαυτό, χωρίς ωστόσο, να παραγνωρίζει πώς μέσα στο δόγμα «η επιστήμη για την επιστήμη» συχνά κρύβεται μια αντιανθρώπινη συμπεριφορά.
Μερικά από τα σοφά αποφθέγματά του είναι αποκαλυπτικά: «Η έρευνα είναι η βάση της επιστημονικής προόδου». «Η ρουτίνα είναι το ναυάγιο της προόδου». «Να επαινείς χωρίς να εγκωμιάζεις» για να περιοριστώ στα πιο χαρακτηριστικά...
Θα μπορούσα εύκολα, χρησιμοποιώντας και άλλη πειστική επιχειρηματολογία να αποδείξω ότι ο σοφός ερευνητής δεν περηφανευόταν, δεν «αλαζονευόταν», αλλά, κυριολεκτικά, «θρησκευόταν» με την επιστήμη του. Κι ότι αυτή η αφοσίωσή του, σε συνδυασμό με το κεφαλλονίτικο χάρισμα της «διαίσθησης», ήταν οι δύο κύριες αιτίες, που τον εμπόδισαν να επιστρέψει στην πατρίδα, όταν, στα 1863, η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον ονόμασε «Καθηγητή της Χειρουργικής και Τοπογραφικής Ανατομικής». Αναρωτιέμαι πόσοι, άραγε, επιστή¬μονες θα μπορούσαν να αντισταθούν, όπως αυτός, σε μια τόσο δελεαστική πρόταση του Όθωνα; Και πόσοι άλλοι, εκτός από αυτόν, δεν θα υπέκυπταν στον πειρασμό αυτής της ευκαιρίας και μάλιστα σε μια τόσο νεαρή για έναν επιστήμονα ηλικία (ήταν μόλις 32 χρονών)! Το ότι ο Πανάς ακολούθησε αντίθετο δρόμο, προτιμώντας να συνεχίσει την ανοδική πορεία του στον παγκόσμιο στίβο δεν σημαίνει, ούτε ότι αγαπούσε περισσότερο τη θετή του πατρίδα, ούτε ότι περιφρονούσε τη γενέτειρα του! ΄Αλλωστε, όπως έλεγε ο ίδιος ο Πανάς με το ακονισμένο μυαλό, η συναίσθηση του καθήκοντος απέναντι στην πανανθρώπινη ιατρική έρευνα, δεν αποστερούσε «εντεύθεν ωφελείας και κλέους την ιδιαιτέραν πατρίδα».
Από το Παρίσι ο Φωτεινός Πανάς είχε την ευκαιρία να επισκεφθεί τουλάχιστον τέσσερις φορές τη γενέτειρα του. Και κάθε φορά γινόταν «αποθεωτική» υποδοχή, με λαϊκές εκδηλώσεις, εγκωμιαστικά άρθρα και εορταστικά ποιήματα!
Από τη δική του πλευρά δεν παρέλειπε ούτε τις πατροπαράδοτες δωρεάν συμβουλές, ούτε τις δωρεάν χειρουργικές επεμβάσεις. Αρκετοί από τους Κεφαλλονίτες τον γνώριζαν από το Παρίσι όπου δεχόταν καθημερινά, τους φιλαπόδημους συμπατριώτες του, που έφθαναν σωρηδόν, άλλοι για να ζητήσουν τα «φώτα» του και άλλοι για να παρακολουθήσουν τα φημισμένα μαθήματα του ΄Ελληνα καθηγητή «με την ίδιάζουσαν του Κεφαλλήνος προφοράν». ΄Οπως έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής είχε γίνει πασίγνωστος «δια τε τάς εργασίας αυτού και την Ιατρικήν πείραν, ης διδάγματα πλείστοι απεκόμιζον μεταβαίνοντες αυτόθι, όπως ζητήσωσι την σοφήν αυτού συμβουλήν». Χαρακτηριστικό —θα έγραφα σχεδόν μονα¬δικό— είναι το επόμενο ψήφισμα, πού δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΚΛΕΙΩ» της Τεργέστης (Παρ. 22/4 Μαΐου 1866) και πού αποτυπώνει και καταγράφει εναργέστατα τα αισθήματα που έτρεφαν γι' αυτόν οι συμπολίτες του.
« Άσμενοι καταχωρίζομεν το επόμενον ευχαριστήριον, όπερ εκ Κεφαλληνίας απέστειλαν τω κ. Φ. Πανά, υφηγητή της Ιατρικής εν Παρισίοις, οι συμπολίται αυτού Κεφαλλήνες, μεθ' ενός αργυρού σκεύους. Συμπολίτα! ΄Οτε προ 15ετίας ανεχώρεις εκ της πατρίδος σου Κεφαλλη¬νίας αναλαμβάνων έργον μέγα και σοβαρόν εν μέσω πλείστων και μεγάλων δυσκολιών Σύ πλήρης πεποιθήσεως και θάρρους έφερες εν τω μυχώ της καρδίας σου το του Σπαρτιάτου «ή τάν ή επί τάς» και δια της μεγάλης αποφάσεως σου ταύτης ενίκησας νίκην ένδοξον αναδειχθείς εις των αρίστων ιατρών και τέκνον της ευεργετικωτέρας των επιστημών.
»Μετά 15ετή άπουσίαν επανελθών έπ΄ ολίγον εις την πατρίδαν σου δεν εφείσθης κόπων, συμβουλεύων και θεραπεύων αναριθμήτους πάσχοντας δεινά και σοβαρά νοσήματα, πένητας και πλουσίους ανεξαιρέτως δια της μεγαλειτέρας γενναιότητας και αφιλοκερδείας, δι' αμέτρου υπομονής και δι' ιστορικής τω όντι καλοκαγαθίας, και εν μέσω τοιούτων αγαθοεργιών εξέπληξας άπαντας δια το ταπεινόν και αφελές της συμπεριφοράς σου, ενθουσίασας και επέβαλες εις τους συμπολίτας σου άπαντας βαθύτατον σεβασμόν και απεριόριστον αγάπην.
»Μετά τοσούτον επίμοχθον διατριβήν ενταύθα επανακάμπτων εις την φιλτάτην Γαλλίαν, εις την δευτέραν τοιαύτην πατρίδα σου, εις το κέντρον των φώτων και του πολιτισμού, μεταξύ των σοφών των επαξίως εκτιμώντων την αρετήν και παιδείαν, οι συμπολίται σου μεγίστην συναισθάνονται την ανάγκην ίνα εκφράσωσι προς Σε τα αισθήματα ταύτα δεόμενοί του Παντοδυνάμου Θεού, ίνα σε διατηρή εν πλήρει υγεία και σε ενισχύη εν ταις ιατρικαίς μελέταις σου προς δόξαν της ιδιαιτέρας πατρίδος σου Κεφαλληνίας και εν γένει της Ελλάδος. Σοι προσφέρουσι δε και το μικρόν τούτο δώρον τεκμήριον της προς Σε ευγνωμοσύνης και αγάπης των (έπονται δισχίλιαι περίπου υπογραφαί)».
Εκατό χρόνια μετά την κοίμηση του Φωτεινού Πανά (1832 - 1903), η ζωή του θυμίζει το βίο ενός αγίου. Και το επιστημονικό του έργο μοιάζει να έχει κάτι το θεϊκό! Κοιτάζοντας τον παρισινό τάφο του θυμάσαι ότι γεννήθηκε την ήμερα των Φώτων! Ότι βαφτίστηκε Φωτεινός! Ότι διέπρεψε στην Πόλη του Φωτός! Ότι χάρισε σε πολύ άρρωστο κό¬σμο το χαμένο φως! Ότι δημιούργησε ένα έργο φωτεινό! Ότι πέθανε την ημέρα των Φώτων! Καί, τέλος, χωρίς να το θέλεις, σκέφτεσαι μήπως «βλέπει» το Φως το αληθινό, ακόμα και με τα μάτια κλειστά...

ΕΓΡΑΨΕ Ο ΚΑΘΗΤΗΣ ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΡΚΕΤΟΣ

ΚΕΦΑΛΩΝΙΤΙΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ

Η ΠΑΛΑΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ
"Όπως είναι γνωστό, τόσον στις πόλεις όσον και στα χωριά της παλιάς μας Κεφαλονιάς, σε κάθε χαρά και σε κάθε γιορτή, πρωτοστα¬τούσαν οι αυτοσχέδιοι ριμναδόροι. Που με τα όμορφα και πικάντικα δίστιχα, τα όποια σκάρωναν χορεύοντας ή τραγουδώντας, χωρίς να πιά¬σουνε στα χέρια τους το χαρτί και την πέννα, σκορπίζανε γύρω τους τη χαρά και το κέφι.
Κάθε λοιπόν «κομπανία» καλλανταδόρων της παλιάς εποχής εξα¬σφάλιζε κι' έναν από τους αυτοσχέδιους τούτους κι' αξιοθαύμαστους στι¬χουργούς. Και στα φιλικά τους σπίτια πού πήγαιναν αφού ψάλλανε τα γνωστά κάλλαντα, επακολουθούσαν τα «τραταμέντα», δηλαδή τα κερά¬σματα με μεζεδάκια και κεχριμπαρένια ρομπόλα, της οποίας οι... μεθυ¬στικοί ατμοί, φούντωναν τη Σατιρική διάθεση και μούαα του επί κεφα¬λής της «Κομπανίας» αυτοσχέδιου ριμναδόρου. Κι' ο οποίος άρχιζε μέσα στα ομαδικά γέλια, πάντοτε άκακα κι' άπαρεξήγητα αυτοσχεδιά¬ζοντας να σατιρίζει όλα τα ελαττώματα και τα προτερήματα της φιλικής οικογένειας.
Κι' έτσι για το καλό του χρόνου και για τη Μεγάλη Χριστουγεν¬νιάτικη, όπου ξημέρωνε Μέρα, ο ριμναδόρος μόνος του πρώτα κι' υστέ¬ρα μ' ολόκληρη την «κομπίνα των καλλανταδόρων», αλλά και με ομαδική συμμετοχή της φιλοξενούσας και σατιριζόμενης οiκογένειας, αρχίζον¬τας πάντοτε με το «στερεότυπο» στίχο : «Σ' αυτό το σπίτι ποΰλθαμε»» τραγουδούσαν:
Σ' αυτό το σπίτι ποΰλθαμε γιατρός να μη πατήση
και πεθερά το πόδι της αν μπάσει να τσάκιση.
Να βγάλουνε τη φάουοα όσοι για τα καλά τους,
και για την κόρη του σπιτιού ξερνάνε τ' άντερα τους.
Κι' οποίος την οικογένεια τούτη την καταριέται,
ζουρλός μπροστά στον "Άγιο δυο χρόνια να σγουριέται.! = (χτυπιέται)
Σ' αυτό το σπίτι ποΰλθαμε δόντι να μη πόνεση
και κάθε χρόνο ή κυρά να φκιάχνη και βελέσι ! =- (φουστάνι)
Να πλέκη δε στον άντρα της το χρόνο δυο σκαλτσούνια,
να του μπαλώνη το βρακί σα γίνεται μπουκούνια... (=κομμάτια)
Κι' οντες να κόφη νύχια του ζήτηση το χατήρι
να του τα κόβη ή κυρά με ένα κλαδευτήρι !
Σ' αυτό το σπίτι πουλθαμε μ' ασβέστη το χτισμένο,
του χρόνου Παναγία, μου να τωχης... μουντισμένο !
ΟΙ πουλακίδες του σπιτιού δλες να. σφαλιαστουνε
καί μοναχά ο!... κόκοροι. ν' αρχίσουν να γεννούνε !
Κι' ο σκύλος τον αφέντη του ξοπίσω να τον παίρνη
να γλυφή τις ποδάρες του με γλύδα ==(λίγδα) να χορταίνη !
Σ' αυτό το σπίτι ποΰλθαμε κλητήρας αν πατήση,
ό νοικοκύρης του σπιτιού να τον ξυλοκοπήση!....
Ναρχωνται. μπρος την πόρτα του να παίζουνε τα’ άμάδες...,
για τις κοπέλλες του σπιτιού δέκα προξενητάδες!
Κι' αν εμπη κάποιος ρέμπελος προικιά για να τους κλέψη
μέσα στο χρόνο σα δεντρί σακάτικο να ρέψη!...
Σ' αυτό το σπίτι ποΰλθαμε γεννιώνται ολ' αγόρια,
γιατί ποτέ της ή κυρά δεν έχει στενοχώρια,
Βράζει τ' άγριολάχανα με ξύδι ή λεμόνι
να δίνη του Αντρούλη της για να τον δυναμώνη.
Και σαν της κάν' ό άντρας της με άλλες... κουτσουκέλες, :=(απιστίες)
του σπάει στο κεφάλι του τις πήλινες παδέλλες ! = (κατσαρόλες).
Σ’αυτό το σπίτι ποΰλθαμε τα Κάλλαντα να πούμε ;
να κάμη... ο "Αη Γεράσιμος το κέρασμα να δούμε.
Κρασί να μας τρατάρουνε μακάρι σακκοτρύγι
και με... σκουλήκια πρέντζα (=τυρι φέτα) τους να φάμε κι' έστω λίγη Να μας κεράσουνε θολό, νερό άφ' το πηγάδι •. κι' δν δεν την... καβεντζάπουμε τραβάμε για τον Άδη !
Σ' αυτό το σπίτι ποΰλθαμε γιατρός δεν έχει θέση,
γιατί δ νοικοκύρης του συχνά γίνεται... φέσι ! :
Κι' αν το θερμόγιο κάποτε κι' αυτόνε θά τον πιάση,
ζουμί από... άγκλέουρα πίνει να του... πέραση !
Και πόνοι σαν τον ζώνουνε σε όλο το κορμί του
να του περάσουν... βλαστημά τη Μάννα και Μαμή του!


Κι' από σπίτι σε σπίτι κι' από οικογένεια σ' οικογένεια, οι καλλαν-ταδόρικες αξέχαστες Κεφαλλονίτικες κομπανίες, συνεχίζανε ολόκληρη τη προχριστουγεννιάτικη νύχτα το «βιζιτάρισμα» για να ψάλλουν τα Κάλ-λαντα, μέχρι ν' ακουσθούνε οι γλυκόηχες καμπάνες του Χριστουγεννιά¬τικου όρθρου. • , .
Χωρίς ποτέ. επαναλαμβάνουμε, ούτε. στις πόλεις, ούτε στα χωριά της Κεφαλονιάς μας, να δημιουργηθή καμιά παρεξήγηση, για τις δσο και να ήτανε τσουχτερές οί αυτοσχέδιες ρίμνες, του σχεδόν αγράμματου, αλλά προικισμένου με τη θεόδοτη Σατιρική φλέβα, αξιοθαύμαστου ριμναδόρου, γιατί ο Λαός τις άκουγε με χαρές και με γέλια.

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ 1896

Kαλά 'ναι τα μετάλλια, μα πιο καλά τα μέταλλα

Γιατί χωρίς αυτά τινάζουμε τα πέταλα"

Γ. Σουρής
Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1896 μέσα από τις σελίδες του "Ρωμηού"
Ο σατιρικός ποιητής Γεώργιος Σουρής δεν απέβλεπε στην υστεροφημία. Τρομερά εύκολος στο γράψιμο, επί 35 συναπτά χρόνια (από το 1883 έως το 1918) έγραφε μόνος του κάθε βδομάδα την τετρασέλιδη εφημερίδα του Ο Ρωμηός, η οποία, όσο κι αν ακούγεται απίθανο σήμερα, ήταν ολόκληρη έμμετρη, από τον τίτλο της (Ο Ρωμηός, εφημερίς - που την γράφει ο Σουρής) μέχρι τις μικρές αγγελίες της!

Στις σελίδες του Ρωμηού σχολιάζεται εύθυμα όλη η ιστορία αυτών των 35 χρόνων. Αυτό που εντυπωσιάζει τον σημερινό αναγνώστη, πέρα από την αβίαστη ροή του στίχου του Σουρή, είναι το πόσο λίγο έχουν αλλάξει ορισμένες καταστάσεις και χαρακτηριστικά των Ελλήνων.

Ας δούμε λοιπόν, πώς περιέγραψε ο Σουρής στο Ρωμηό τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896.




Η ανάθεση

Βρισκόμαστε στα τέλη του 1894, ένα χρόνο μετά το "Δυστυχώς επτωχεύσαμεν". Παρά τη σταθερή κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, η κυβέρνηση Τρικούπη είναι αναγκασμένη να επιβάλει επαχθείς φόρους για να αντεπεξέλθει στην υπερχρέωση της χώρας. Στο φύλλο 486 του Ρωμηού (12 Νοεμβρίου 1894), ο Φασουλής και ο Περικλέτος, φιγούρες από το κουκλοθέατρο και μόνιμοι ήρωες του Ρωμηού, σχολιάζουν το μέγα θέμα της επικαιρότητας, την απόφαση για τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 στην Ελλάδα.

-- Θάρρος, καημένε Περικλή, κι η μέρα ξημερώνει
που θα ξυπνήσουν την ηχώ των λόφων των ερήμων
παιάνες νέων αθλητών και παλαιστών αλκίμων,
από παντού της ράτσας μας θα φθάσουν θιασώται,
προσπάθησε δε, Περικλή, να ζήσης έως τότε
κι όλων των ζώων τους ορούς να πίνεις μονορούφι,
αλλιώς καθένας θα σε πει μισέλληνα μαγκούφη,
που βρήκες την περίσταση για να τα κακαρώσεις
πριν των ιοστεφάνων μας τις φέστες καμαρώσεις.


-- Θα κάνω κούρα, Φασουλή, μη στάξει και μη βρέξει
για να προφθάσω ζωντανός το ενενηνταέξη


-- Ηλθε κι ο φίλος Κουβερτέν, ο Γάλλος ο Βαρόνος,
και στου Συλλόγου "Παρνασσού" εφώναξε το βήμα
πως την Ελλάδ' αθάνατος την περιμένει χρόνος
κι οι δόξες θάβγουν οι παλιές μέσ' από κάθε μνήμα.
Κι εγώ που λες εστάθηκα στον ρήτορα καρσί
κι αυτός μιλούσε, μάτια μου, τα Γαλλικά φαρσί,
κι εγώ που το κατάφερα να μην τον καταλάβω
εφώναξα με τους λοιπούς "Βαρόνε, μπράβο μπράβο",
και λόγ' ηκούσθησαν θερμοί στομάχων κεχηνότων
κι όλοι τον χειροκρότησαν οι Μαραθωνομάχοι,
για νάναι δε, βρε Περικλή, φιλέλλην εκ των πρώτων
Ελληνικά χρεώγραφα πιστεύω πως δεν θάχη.
(…)
Και μη νομίζης Περικλή, πως μπόλικον Αργύρη
προθύμως θα ξοδέψωμε γι' αυτό το πανηγύρι.
Για τους αγώνες μηδεμιά δεν θα γενή θυσία,
με χρήματα την δόξα των δεν θα την κηλιδώσωμε,
και τούτους θα τους βγάλωμε εις την δημοπρασία
κι όποιος τους πάρει πιο φτηνά σ' εκείνον θα τους δώσωμε.
Η μεν Ελλάς το Στάδιον προσφέρει των προγόνων
κι ας δώσουν άλλοι τον παρά προς πέρας των αγώνων.


και ο Σουρής φαντάζεται τους αγώνες:

πάλιν ο Λόρδος προχωρεί εκ μέσου των ομίλων
κι όπως ο περιβόητος Κροτωνιάτης Μίλων
φορτώνεται τους δανειστάς αντί βωδιών στον ώμο
κι αμέσως παίρνει δρόμο
και τρεις φορές το Στάδιον με τούτους φέρνει γύρα
κι όλοι φωνάζουν "ελελεύ, αθάνατε Σωτήρα"
(…)
Αλλ' όμως και μουφλούζηδες κοιτάζω λεγεώνας
που παίζουν Καραϊσκο,
να βγαίνουν πρώτοι νικηταί εις όλους τους αγώνας
προπάντων δε στον Δίσκο.
(…)
Αλλ' όμως και κολυμβητών παράποτε σπανίων
κατέρχεται φουσάτο,
ο δε Τρικούπης κολυμπά εις πέλαγος δανείων
χωρίς να βρίσκει πάτο.


Οικονομικά προβλήματα

Οσο κι αν η διοργάνωση εκείνων των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων ήταν σπαρτιατική σε σύγκριση με τον σημερινό γιγαντισμό, το οικονομικό κόστος ήταν υπερβολικό για την ελληνική οικονομία. Μια λύση (που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα!) αποτελούσαν οι ευεργέτες. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος απευθύνει επιστολή στον Αβέρωφ, ο οποίος προσφέρεται να καλύψει τα έξοδα για την επιμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου, και ο Φασουλής του Σουρή σατιρίζει στο φύλλο 507 του Ρωμηού (8 Απριλίου 1895).

Προς τον Αβέρωφ επιστολή
του κακομοίρη του Φασουλή

Αμάν, Αβέρωφ, σώσε μας και βοηθός γενού
να κουτουλήσ' η δόξα μας με τ'άστρα τ' ουρανού
κι όταν κοτζάμ Διάδοχος σου γράφη κοπλιμέντα
κι όλος Υμέτερος προς σε δια παντός πως μένει,
άνοιξε το κεμέρι σου χωρίς πολλή κουβέντα
κι ας είναι κάθε λέξις του ακριβοπληρωμένη.


Του κράτους την υπόληψιν θέλεις δεν θέλεις, σώσε,
αν δε και γράμμα δεύτερον σου στείλουν ως το πρώτον,
ας πάει το παλιάμπελο κι ό,τι κι αν έχεις δώσε
προς χάριν των Αγώνων μας και της μητρός των φώτων.


Κι αν των Αγώνων η πομπή και σε χρεωκοπήσει
αλλ' όμως μυριόστομος, Αβέρωφ, θα σαλπίσει
κι εις Δύσιν κι εις Ανατολήν η φήμη τ' όνομά σου
και θα καυχάσαι διαρκώς για το κατόρθωμά σου.


Κι αν καταντήσεις να μας λες με τον ντορβά στον ώμο
"δώστε στον ευεργέτη σας δυο ψίχουλα ψωμιού"
αλλ' όμως θα σε δείχνωμε μ' ευλάβεια στον δρόμο
κι έτσι το στόμα θα μιλεί του καθενός Ρωμηού:
"Βλέπεις αυτόν τον φουκαρά, που με ντορβά γυρίζει
και κρυφομουρμουρίζει
για την κακή κατάντια του και τον πικρό καημό του;…
Κροίσος ελέγετο ποτέ κι είχ' ευεργέτου πόζα,
αλλ' όμως ο Διάδοχος τον πήρε στον λαιμό του
με γράμματα Βασιλικά πολύ κοπλιμεντόζα,
κι απεμαρμάρωσε λαμπρώς τα Στάδια προγόνων
και θύμ' απέμειν' ένδοξον αρχαϊκών αγώνων."


Αμάν, Αβέρωφ, σώσε μας και βοηθός γενού
να σκούξωμ' έξω νου
Η ψωροκώσταινα πατρίς και πάλιν κοκορεύεται,
άσβεστος κρύπτεται πυρά στης δόξης το καμίνι,
και Στάδια μαρμάρινα κι αγώνας ονειρεύεται
αν κι εκ της πείνας μάρμαρο προώρισται να μείνει.


Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Τρικούπη έχει πέσει και την εξουσία έχει αναλάβει ο Θεόδ. Δηλιγιάννης. Η κατάσταση της οικονομίας προχωρεί προς το χειρότερο, και ο Σουρής αναφέρεται εν παρόδω συχνά στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπως στο φ. 524 (21 Οκτωβρίου 1895), όπου εμφανίζει τον βασιλιά της Πορτογαλίας να λέει τα ακόλουθα στον βασιλέα Γεώργιο:

Φαντάζομαι το κράτος σου Παράδεισον επίγειον
και δίχως ισοζύγιον
σφοδρός δε πόθος, αδελφέ, με διαφλέγει τώρα
να φύγω απ' εδώ
και την φυλήν να δω,
που δεν χαλά το κέφι της των δανεικών η ψώρα,
κι Αγώνας Ολυμπιακούς
στο μέλλον ετοιμάζει,
αλλά κι εκείνους δανεικούς
κι ο κόσμος την τρομάζει.


Οι αγώνες

Φτάνει επιτέλους η μέρα της έναρξης των Αγώνων, η 25η Μαρτίου 1896. Παρά τη μικρή αριθμητικά συμμετοχή τους, οι Αμερικανοί κατακτούν τα περισσότερα χρυσά μετάλλια, ενώ η Ελλάδα έρχεται δεύτερη. Σχολιάζει ο Σουρής στο φύλλο 547 του Ρωμηού (30 Μαρτίου 1896):

Υμνους αναξιφόρμιγγας, βρε Περικλή, θα ψάλω
και δι' Αγώνας διεθνείς τον σβέρκο μου θα βγάλω.
Τίνα μεγάλον ήρωα, τίν' άνδρα κελαδήσομεν;
ελάτε βάρη ν' άρωμεν, ελάτε να πηδήσωμεν,
και να παρακαλέσωμεν με δίσκους εις το χέρι
Αβέρωφ τον περίδοξον να λύσει το κεμέρι,
κι ολάκερο το Στάδιο μαρμάρινο να κάνει
για ν' αλωνίζουν Κόννολυ και Φλακ κι Αμερικάνοι.
(…)
Ποία ρώμη, ποίον νείκος!…
θέλεις άλμα κατά μήκος,
θέλεις άλμα κατά πλάτος;
πρώτος και τα δυο τα κάνει
και κερδίζει το στεφάνι
Θοδωρής ο κορδονάτος.
(…)
Αν ρωτάς και για τη σφαίρα
πρώτος είναι κι εκεί πέρα,
κι όταν δανεισταί τον δουν
εις το χέρι να την πάρει,
τρέμουν μην την αμολάρει
και τα γένεια των μαδούν.


Πιο κάτω, ο Σουρής σατιρίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τους αγώνες ο μέσος Έλληνας:

Αγώνες, που ξετίναξε καθένας τα χαλιά του
και ξένους επερίμενε την τύχη του να κάνει,
Αγώνες, που παραίτησε καθένας τη δουλειά του
και με πηλάλες δυνατές στον Μαραθώνα φθάνει.
Αγώνες, που κατήντησε η των προγόνων δόξα
για τους συγχρόνους λόξα,
Αγώνες, που μας ζούρλανε το τόσο μας ονόρε
και κόσμος πάει κι έρχεται στης Αθηνάς το φιόρε,
Αγώνες, που δεν βρίσκεται κανείς να σωφρονίσει
της ράτσας της Ρωμαίικης τ' ακράτητα παιδιά,
Αγώνες, οπού νόμισαν και στο Βαθρακονήσι
πως θα νοικιάσουν κάμαρες δυο λίρες την βραδυά.
Αγώνες, οπού πίστεψαν πολλοί μες στην Αθήνα
ότι μονάχα τό'ν'αυγό θα πάει μια στερλίνα,
Αγώνες, που πτερώνεται το φρόνημα του γένους
κι οι γάτες κάνουν άλματα ψηλά στα κεραμίδια,
Αγώνες, οπού φύλαξαν καμπόσοι για τους ξένους
τα ψάρια των, τα χάβαρα, τις πίνες και τα μύδια.
Αγώνες, πούδειξε μικρό τον κάθε κουνενέ
η γη μας η μεγάλη
κι ο Πύργος διεσπάθισε τον Γάλλον Περρονέ
μεθ' όσης τέχνης άλλοι
διασπαθίζουν φανερά
των φουκαράδων τον παρά.
Αγώνες, που κουνήθηκε και τούτο το ρημάδι,
που πρώτος ο Καρασεβντάς εβγήκε στο σημάδι,
κι εις όλους άναψε σεβντά το γέρας του κοτίνου
κι ας βάλη το χεράκι της η Παναγιά της Τήνου.
(…)
Αγώνες, που με σώματα παρέστημεν ακμαία
κι εθάμβωσε μισέλληνας η πάγκαλος αλκή μας,
μα πάντ' Αμερικάνικη σηκώνετο σημαία
μ' ελπίδα πως θα σηκωθεί στο μέλλον κι η δική μας.
Αγώνες, οπού λύσσαξαν τα ξένα τα σκυλιά
και τον μπελά μας βρήκαμε με τους Αμερικάνους,
μα βάλαμε της φίλης μας Ευρώπης τα γυαλιά
και τους δευτέρους πήραμε περιφανείς στεφάνους.


Παρά τα πολλά ελληνικά χρυσά μετάλλια, οι θεατές ήταν απογοητευμένοι επειδή δεν είχαμε κερδίσει καμιά πρώτη νίκη σε αγωνίσματα στίβου. Στο τελευταίο αγώνισμα, τον Μαραθώνιο, ήρθε ο θρίαμβος του Σπύρου Λούη να αναπτερώσει το φρόνημα όλων, και ο Σουρής προλαβαίνει να τυπώσει στην τελευταία σελίδα του ίδιου φύλλου τη χαρμόσυνη είδηση:

Τελευταία ώρα
με μεγάλη φόρα

Τον νικητήριον χορόν και συ, "Ρωμηέ" μου, σύρε…
τον δρόμον τον περίδοξον, που χίλιους δούλους κάνει,
Αμαρουσιώτης κρατερός, ο Λούης τον επήρε,
κι ολόκληρον το Στάδιον φρενήρες εξεμάνη.
Ύμνους Πινδάρου σήμερον ο Λούης ας ακούσει…
Ζήτω το Γένος, ο Λαός, το Στέμμα, το Μαρούσι.

Οι Αγώνες πέρασαν γρήγορα, μόλις και μετά βίας διάρκεσαν 10 μέρες. Κατα σύμπτωση, την ίδια σχεδόν στιγμή των πανηγυρισμών για τη νίκη του Λούη, φτάνει στην Αθήνα η είδηση του θανάτου του Χαριλάου Τρικούπη στις Κάννες. Μετά την ήττα του στις εκλογές, ο μεγάλος πολιτικός είχε απογοητευμένος εγκαταλείψει την Ελλάδα. Η πρώτη σελίδα του επόμενου φύλλου (548) του Ρωμηού κοσμείται ολόκληρη από την εικόνα του εκλιπόντος μέσα σε μαύρο πένθιμο πλαίσιο. Ωστόσο, οι εσωτερικές σελίδες σχολιάζουν τον απόηχο της νίκης του Λούη, που δεν έχει ακόμα κοπάσει…

μα τώρα νενικήκαμεν και δεν με μέλει δράμι
αν μια για πάντα της Βουλής κλεισθεί το Παρλαμέντο
κι αν κάνωμ' εκατό φορές καινούργιο φαλιμέντο.
--Μέσα σε τούτη την κοινή Μαραθωνομανία,
οπού καθείς φρενιάζει,
κι εμένα δεν με νοιάζει,
αν παν οι παλιο-Βούλγαροι μες στην Μακεδονία.
Εμπρός στον Μαραθώνιον Βουλγάρους ποιος κοιτά;
κι αν νέος Ξέρξης στρατιάς στον Μαραθώνα στείλει,
αλλ' όμως κάποιος θα βρεθεί με πόδια δυνατά
να σπεύσει την επιδρομήν εγκαίρως ν'αναγγείλει.

και πιο κάτω, ο Σουρής απευθύνεται στον Λούη, λέγοντάς του:

Ψάλλω κι εγώ ευγνώμων
τον Μαραθωνοδρόμον

Ω νικητών απόγονε κι Αμαρουσίου θρέμμα,
έστεψε τους θριάμβους σου το θριαμβεύον Στέμμα,
Διάδοχοι και Πρίγκηπες σ' επήραν αγκαλιά,
ξένες περιηγήτριες σ' εχόρτασαν φιλιά,
κι ίσως, λεβέντη χωρικέ και πρώτο παλληκάρι,
καμμία Μις παράξενη θελήσει να σε πάρει.
(…)
μα συ γι' αυτά κι αυτά
μη δίνεις δυο λεφτά.

Άκου με φλέγμα στωικόν το τι καθείς σου ψάλλει
και μην αφήνεις το τσαπί
για ν' αποδείξεις, τσελεπή,
πως έχεις σαν τα πόδια σου γερό και το κεφάλι.

Το κάθε θάμα τρεις ημέρες και το μεγάλο τέσσερις, λέει ο λαός μας. Έτσι, τόσο η νίκη του Λούη, που έγινε και παροιμιώδης έκφραση, όσο και ο θάνατος του Τρικούπη, έφυγαν μοιραία από το προσκήνιο της επικαιρότητας και από τις σελίδες του Ρωμηού. Εναν χρόνο αργότερα, η χώρα γνώριζε την ατιμωτική ήττα του '97. Οι Αγώνες δεν ήταν πανάκεια για όλα τα προβλήματα…

ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΛΕΦΤΕΡΟΙ

Οι νόμοι της ιστορίας και της φυσικής τηρούν κάποια αναλογία στη πλοκή των αιτίων και των αποτελεσμάτων .
Στην Εθνική μας Ιστορία χάνεται η αλληλουχία της αναλογίας αυτής.
Έτσι πρέπει να παραδεχθούμε ότι παράλληλα με τους νόμους αυτούς κινούνται και κάποιοι άλλοι νόμοι μυστηριώδεις ανεξήγητοι με τα ανθρώπινα κριτήρια ,αλλά ερμηνευτοί με τα θεία
Στη περίπτωση αυτή οι ρεαλιστές αποκρούουν τα ανεξήγητα αυτά γεγονότα που κινούνται και συνεργάζονται αρμονικά με το θείο και το ανθρώπινο για σκοπούς και ιδανικά που είναι σωστές κοσμογονικές αναδημιουργίες
Είναι τα θαύματα
Από τέτοια θαύματα ιστορικά είναι γεμάτη η Ελληνική ιστορία
Έτσι σαν «θαύμα» είδαν οι αγωνιστές τη Λευτεριά του Γένους το 1821
Έτσι σαν «θαύμα» είδε τη Απελευθέρωση ο Εθνικός μας Ποιητής Διονύσιος Σολωμός
«Νύχτα γεμάτη θάματα
νύχτα σπαρμένη μάγια»
Έτσι σαν "θαύμα" εγινε το έπος του 1940-1941
Και είναι θαύμα πως οι ολίγοι Έλληνες νικούν τους πολλούς ,οι άοπλοι τους ενόπλους, οι αδύνατοι τους ισχυρούς, οι ασύντακτοι τους συντεταγμένου, οι πιστοί τους απίστους
Το μυστικό του θαύματος βρίσκεται στο βάθος της Ελληνικής ιστορίας
Το μυστικό είναι η ΠΙΣΤΗ
Η Πίστη στο Θεό
Η Πίστη στο Έθνος
Στη ΠΙΣΤΗ οφείλονται όλα τα μεγαλουργήματα του Έθνους και της φυλής μας. Από τη ΠΙΣΤΗ άντλησε τη δύναμη της η Ελληνική φυλή να υπομείνει τις δοκιμασίες της σκλαβιάς από αυτήν πήρε θάρρος ,δύναμη ,παρηγοριά και όταν πίπτει να εγείρεται και εγειρομένη να στήνει τρόπαια και να καταπλήσσει με θριάμβους.
Στη Πίστη οφείλεται το μεγαλούργημα της Απελευθερώσεως του Έθνους μετά δουλεία τεσσάρων αιώνων, που κατέπληξε τον κόσμο ,το απαράμιλλο αυτό θαύμα της Εθνικής μας Αναστάσεως.

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ 1821

«….Οι περισσότεροι πολεμούσαν με τα ξύλα και χωρίς τα’ αναγκαία. οί Τούρκοι ήταν πλήθος και γυμνασμένοι. οι δυστυχείς Έλληνες ολίγοι κι αγύμναστοι νίκησαν…Τους κατάτρεξαν οι Ευρωπαίοι. Εις τις πρώτες χρονιές εφοδίαζαν τα κάστρα των Τούρκων . τους κατάτρεχαν ολοένα…
γενναίοι προπατέρες ,Μιλτιάδη ,Θεμιστοκλή ,Αριστείδη ,Λεωνίδα κι επίλοιποι γενναίοι άντρες περηφανεύεστε όπου κάμετε τόσα μεγάλα κατορθώματα και σας εγκωμιάζει όλος ο κόσμος-δεν τα κάμετε εσείς μόνοι σας.oι στρατιωτικοί και πολιτικοί σας βοηθούσαν, σας βοηθούσαν οι φιλόσοφοι με αρετή ,με φώτα πατριωτικά.»Στρατηγού Μακρυγιάννη ,Απομνημονεύματα

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2007

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΤΟΥ 1940

Αγνωστος ο τόπος ταφής χιλιάδων νεκρών Ελλήνων μαχητών του ‘40
Οι αρχαίοι Αθηναίοι καταδίκασαν τους νικητές της ναυμαχίας των Αργινουσών επειδή δεν περισυνέλεξαν τα πτώματα και δεν έθαψαν τους νεκρούς τους. Αυτά, όμως συνέβησαν στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Στη διάρκεια του ελληνοιταλικού πολέμου σκοτώθηκαν 11.911 Έλληνες Αξιωματικοί και στρατιώτες. Απο αυτούς οι 7.942 έπεσαν στην Κλεισούρα, τους Βουλιαράτες, την Κορυτσά, το Πόγραδετς, το Αργυρόκαστρο ελάχιστοι όμως είναι ενταφιασμένοι σε κάποιο νεκροταφείο. Τα οστά των στρατιωτών του ελληνοαλβανικού μετώπου είναι εγκαταλειμμένα σε πλαγιές, βουνά και δάση. Εξήντα τέσσερα χρόνια μετά απο εκείνες τις ένδοξες για την Ελλάδα ημέρες και δεκατέσσερα, απο το άνοιγμα των συνόρων με την Αλβανία ελάχιστοι είναι εκείνοι που ασχολούνται με τους ήρωες του έπους του '40, την περισυλλογή των οστών και τον ενταφιασμό τους σε κάποιο νεκροταφείο.

Στους Βουλιαράτες υπάρχει το μοναδικό ελληνικό νεκροταφείο. Βρίσκεται εκεί όπου το 1940 ο ελληνικός στρατός είχε δημιουργήσει ένα νοσοκομείο εκστρατείας. Στον περίβολο του άλλοτε νοσοκομείου ενταφιάστηκαν 68 άτομα. Τα τελευταία χρόνια στους Βουλιαράτες συγκεντρώθηκαν οι σωροί άλλων 130 πεσόντων οι οποίες και ενταφιάστηκαν. Όμως στην ευρύτερη περιοχή, σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν, σκοτώθηκαν περισσότερα απο 1000 άτομα.
Στην Κλεισούρα και την Πρεμετή δόθηκαν οι σκληρότερες μάχες και σκοτώθηκαν περισσότεροι απο 2.500 στρατιώτες. Στο Ναό του Ευαγγελισμού ο οποίος χτίστηκε απο τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας κ. Αναστάσιο το 1996 συγκεντρώθηκαν μέσα σε οστεοφυλάκια οι σωροί 294 θυμάτων και τοποθετήθηκαν στο γυναικωνίτη.

Στο Τσιφλίκ κοντά στην Κορυτσά ο Αρχιεπίσκοπος κ. Αναστάσιος χτίζει Ναό. Εκεί θα δημιουργηθεί ένα κοιμητήριο στο οποίο αναμένεται να ενταφιαστούν πολλοί απο τους εκατοντάδες Έλληνες στρατιώτες που βρίσκονται εγκαταλειμένοι στην ευρύτερη περιοχή. Στο Πόγραδετς, κοντά στην Κορυτσά, έπεσαν μαχόμενοι 3.000 Αξιωματικοί και στρατιώτες. Δέχθηκαν το σφυροκόπημα των Ιταλικών πυροβολαρχιών.

Στο Δέλβινο σχεδιάζεται η δημιουργία ενός κενοτάφιου μαζί με μνημείο τα οποία θα βρίσκονται δίπλα απο το Ναό του Ευαγγελισμού.

Η σφοδρή χιονόπτωση, οι διαρκείς μάχες, οι εκατοντάδες τραυματίες και η έλλειψη κατάλληλης προετοιμασίας δεν επέτρεψαν στους Έλληνες φαντάρους να μεταφέρουν τους νεκρούς συμπολεμιστές τους στην πατρίδα.

Δεκατέσσερα χρόνια μετά το άνοιγμα των συνόρων με την Αλβανία η ανάπαυση των ηρώων του '40 σε ένα τόπο φαίνεται οτι παραμένει εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Πότε οι αντιρρήσεις των Αλβανών και πότε η αδιαφορία των αρμοδίων παραγόντων της Ελλάδος δεν επέτρεψαν τη δημιουργία νεκροταφείων.

Αντίθετα η Ιταλοί με μία συμφωνία που πέτυχαν με τα Τίρανα κατάφεραν να συγκεντρώσουν την δεκαετία του '70 όλες τις σωρούς των στρατιωτών τους τις οποίες και μετέφεραν στην πατρίδα τους.

Όταν ο κ. Αναστάσιος εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας επισκέφθηκε όλες τις περιοχές στις οποίες έπεσαν μαχόμενοι Έλληνες στρατιώτες. Όσοι τον ακολούθησαν σ΄ εκείνα τα ταξίδια θυμούνται τον κ. Αναστάσιο να στρέφει το βλέμμα στα βουνά και να ψάλει την νεκρώσιμη ακολουθία. Γνώριζε οτι εκεί βρίσκονταν χιλιάδες Έλληνες φαντάροι στην πλειονότητα τους Ορθόδοξοι. Και όπως λέει σ΄ όλους όσοι τον συνοδεύουν στις περιοδείες του «το ποίμνιο μου είναι όλοι οι Ορθόδοξοι που βρίσκονται στην Αλβανία είτε είναι ζώντες είτε κεκοιμημένοι».

Οι μόνοι που δεν ξέχασαν αυτούς τους ήρωες ήταν οι μανάδες και οι συγγενείς τους οι οποίοι δεν μπόρεσαν να κηδεύσουν τους νεκρούς τους. Το 1994 στο αεροδρόμιο των Ιωαννίνων εκτυλίχθηκαν συγκινητικές στιγμές όταν δύο γυναίκες απο τα Ζαγορογόρια πλησίασαν τον Αρχιεπίσκοπο κ. Αναστάσιο και του προσέφεραν τα χρήματα που συγκέντρωσαν απο την σύνταξη που τους έδινε ο στρατός για τον αδελφό τους που σκοτώθηκε στην Αλβανία. Το μόνο που ζήτησαν απο τον Αρχιεπίσκοπο ήταν να αφήσει λίγα λουλούδια στον τάφο του και όπως του είπαν, αυτή ήταν η τελευταία εντολή που τους έδωσε η μητέρα τους η οποία συγκέντρωνε τα χρήματα της σύνταξης του γιου της για να μπορέσει κάποια στιγμή να επισκεφθεί τον τάφο του.

Ο Ευστάθιος Καλόγηρος είναι ένας απο τους 7.942 νεκρούς της Αλβανίας. Ήταν 34 χρόνων όταν άφησε την τελευταία του πνοή στο Σ4 Νοσοκομείο Διακομιδής στο Κούταλι της Πρεμετής. Στην Άμφισσα όπου γεννήθηκε ζούσε η έγκυος γυναίκα του και η δίχρονη κόρη του, η Αργυρώ.

Για την κ. Αργυρώ Μάρκου και την μικρότερη αδελφή της την κ. Ευσταθία Δελενίκα η ανεύρεση του πατέρα τους αποτελούσε όνειρο ζωής. Η κ. Μάρκου το μόνο που θυμάται απο τον πατέρα της ήταν η επίσκεψη στο σπίτι του στην διάρκεια κάποιας ολιγοήμερης άδειας που του έδωσε ο στρατός. Δεν τον πλησίαζα, λέει στο «Βήμα» «γιατί φοβόμουν αυτόν τον άγνωστο άνδρα με την χλαίνη». Η κ. Δελενίκα δεν τον γνώρισε ποτέ. Γεννήθηκε λίγους μήνες μετά το θάνατο του πατέρα της γι αυτό και της έδωσαν το όνομα του. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τις δύο αδελφές να φτάσουν ως την Αλβανία.

Τον Απρίλιο έλαβαν την μεγάλη απόφαση. Πήγαν στο Κούταλι. Ο ιερέας του χωριού γνώριζε απο τους γονείς του που βρισκόταν το Σ4 νοσοκομείο διακομιδής. Πήρε τις δύο αδελφές και τις συνόδευσε στους πρόποδες του λόφου όπου ο ελληνικός στρατός είχε εγκαταστήσει πρόχειρα ένα νοσοκομείο. Εκεί που κάποτε ήταν η αυλή του νοσοκομείου, λέει η κ. Μάρκου βρισκόταν ένας τάφος επτά ατόμων. Ενας απ αυτούς του επτά ήταν ο πατέρας μου. «Ζήτησα να γίνει εκταφή και τεστ DNA όμως τα χρήματα που πρέπει να δαπανήσω είναι πολλά. Έστειλα επιστολή στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας και στον έλληνα στρατιωτικό ακόλουθο στα Τίρανα και τους ενημέρωσα για το που βρίσκεται ο πατέρας μου, ο στρατιώτης του 10ου Λόχου του 34ου Συντάγματος Πεζικού του Ελληνικού Στρατού».

Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, προσθέτει η κ. Μάρκου, «πάνε στη Βουλιαράτι και κάνουν μνημόσυνα και μιλάνε για τους ήρωες του '40. Όμως εκεί βρίσκονται ελάχιστοι θαμμένοι. Οι περισσότεροι είναι πεταμένοι σε κάποια βοσκοτόπια. Οι αγελάδες και τα αιγοπρόβατα τους πατάνε, τους μολύνουν. Ποιος ενδιαφέρετε για αυτούς του ήρωες; Τρίζουν τα οστά τους κάθε φορά που ακούν τα λόγια των εκπροσώπων της πατρίδας. Ο Αρχιεπίσκοπος κ. Αναστάσιος προσπαθεί. Τι μπορεί να κάνει όμως μόνος του, χωρίς βοήθεια. Περιμένουμε όλοι την δικαίωση των ηρώων. Πρόσφατα ήρθε στην Ελλάδα ο κ. Νάνο και δεν ακούσαμε τίποτε για τους νεκρούς μας. Τα μέσα ενημέρωσης είπαν οτι η Αλβανική και η Ελληνική ηγεσία συζήτησαν για τις περιουσίες και λοιπά θέματα. Η εκταφή όμως των νεκρών μας δεν είναι λοιπά θέματα. Είναι θέματα που περιμένουν δικαίωση για να καμαρώνουμε στις εξέδρες και να χτυπάμε παλαμάκια».

Ο Δήμος Άμφισσας πρόσφατα ονόμασε έναν απο τους δρόμους της πόλης, έστω και αν βρίσκεται μακριά απο το σπίτι των δύο αδελφών οδό Ευσταθίου Μάρκου. Όμως αυτές οι δύο γυναίκες όπως η Αντιγόνη του Σοφοκλή θέλουν να δουν τον αγαπημένο τους νεκρό να αναπαύετε σ΄ έναν τάφο έστω και αν δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν ποιος απο τους επτά του νοσοκομείου διακομιδής είναι ο πατέρας τους...
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟ ΒΗΜΑ